- Η κιμωλία
-
μτφ. άνθρωπος μηδαμινός - τιποτένιος
- -Τινικές ξιγάνουτους (μτφ. άνθρωπος άχρηστος)
- Τέντζερης
τιπές (ι)
- Κορυφή, ύψωμα (Καρά Τιπές = Ύψωμα στη Μυτιλήνη)
τιρλίτσια (τα)
- Πλεχτά μάλλινα παπούτσια για το σπίτι, είδος παντούφλας (κατοχική έμπνευση)
- Η γωνία (η στροφή) του δρόμου
Επίσης ως:
- Είδος διαβατηρίου, δημόσιο έγγραφο
- Άγκυρα πλοίου με τέσσερις χαλούς
τιστές (ι)
- Βιβλίο παντοπωλείου για βερεσέδια (χρέη).
τιτιά (η)
- Φυτό που φύεται στις ακροποταμιές (η ιτιά). Χρησιμοποιείται για πλέξιμο καλαθιών.
-
Λεπτολόγος
- -Ούλ' μένα φλάγουν. Ντα, ποιός μπουρεί να σκουπίζ' πιο γλήγουρα τσι πιο «τιτίζκα»;
- -Α! ξέρ'ς τι “τιτίζ” είνι τούτους; Μη λουγαριάιζ' τιτιζλίκ'!!!
τιτίκ'ς (ι)
- Ο καθαρός, ο μερακλής άνθρωπος
τιτράγκαθους (ι)
- Δηλητηριώδης (μαλλιαρή) αράχνη
Τιτράδ' (η)
- Η ημέρα Τετάρτη
τιτραμήθρα (η)
-
Δένδρο μεγάλο σαν την αμυγδαλιά, με μικρό κόκκινο καρπό, που αρέσει στα πουλιά. Μπολιάζεται ως φυστικιά
- -Κάτσαμι κάτου απ' κη τιτραμήθρα
- Τεφαρίκι = Πράγμα εκλεκτό
τιφτέρ' (του)
Ετυμολογία: τουρκ. tefter < ελλ. διφθέριον, υποκορ. της λ. διφθέρα = δέρμα, μεμβράνη, κατάστιχο
- Τετράδιο για καταγραφή χρεών
τιφτιρέλ' (του)
- υποκορ. της λ. «τιφτέρ'»
τλούπα (η)
-
Συγκέντρωση αντικειμένων ή ανθρώπων
- -Μαζεύκαν τλούπις - τλούπις πίσου απ' του μπαχτσιέ μας
τόγ'
- Χοντρός, τεράστιος, κήτος συν. του «τόφαλος»
-
Τσουγκριστά, με άγγιγμα. Τόκα = χειραψία.
- Επιφών.: τόκα του! = στην υγειά μας (έλα να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας)
τοκιστής (ο)
- Αυτός που δάνειζε χρήματα με τόκο (προσοχή όχι τοκογλύφος)
- Κόπανος
τόσινια
-
Τόσο μεγάλη
- -Είδα μια φ'δαρνιά τόσινια!
τόσουνας
- Τόσος
του λέγ' δε του λέγ'
-
Μη ακριβές ζύγισμα, περίπου, είναι περίπου
- -Ε, καλά καλά η μπακίρα γιμώζ', του λέγ' δε του λέγ' ουχτό ουκάδις
του ψ'χώ
- Των ψυχών (Θρησκευτική γιορτή, Σάββατο των ψυχών)
-
Σωρός αλατιού στις αλυκές, που τον σκέπαζαν με κεραμίδια, για προστασία του αλατιού, ώσπου να δοθεί στο εμπόριο
- -Έιδου είνι η διασταύρουσ'. Να γ' αλτσές. Έφνα είνι η τούζλα απ' του άλας……(λόγια ξενάγησης)
- Μάλλινες περικνημίδες
τούκ' (αντων.)
- Τούτη
- Η εγγράφα, η πόρπη
- Το κρατητήριο της αγροφυλακής στο οποίο έβαζαν τα ζώα που έπιαναν σε αγροζημίες και για να τα αποφυλακίσει ο κάτοχος έπρεπε να πληρώσει το ανάλογο πρόστιμο
τούκινια (αντων.)
- Τούτη
- Λεπτό διαφανές ύφασμα
- Βάζω σε τουλούμι
-
μτφ. δέρνω άγρια
- -Α σι τουλουμιάσ' στου άψι σβήσι
-
μτφ. Τρώω πολύ, γεμίζω το στομάχι μου
- -Ε μάνα άσι τα λόγια τσι βάλι του φαγί.
- -Καλά α προυλάβ'ς να τουλουμιάσ'ς. Οπ' νάνι α κουπιάσ' τσ' ι γέρους.
- Το τυρί που βγήκε από τουλούμι
- Ο τυροκόμος που έφτιαχνε τυρί για τουλούμια
- Αραιοϋφασμένο βαμβακερό ύφασμα που το χρησιμοποιούν για σουρωτήρι
- Κεφαλόδεσμος
- λεπτό, βαμβακερό, διαφανές ύφασμα, (συνεκδ.) κεφαλόδεσμος, (μτφ.) διαφάνεια]
Επίσης ως:
- Σωλήνας νερού
τουν (αντων.)
-
τους
- -Η μάνα τουν
τούννα (η)
- Το ψάρι τόννος ο κοινός
- Μπρούτζος, ορύχαλκος
- μτφ. αμαθής, τούβλο, κουτός,
- μτφ. μεθυσμένος