Βρέθηκε ακριβές λήμμα
- Βάζω σε τουλούμι
-
μτφ. δέρνω άγρια
- -Α σι τουλουμιάσ' στου άψι σβήσι
-
μτφ. Τρώω πολύ, γεμίζω το στομάχι μου
- -Ε μάνα άσι τα λόγια τσι βάλι του φαγί.
- -Καλά α προυλάβ'ς να τουλουμιάσ'ς. Οπ' νάνι α κουπιάσ' τσ' ι γέρους.