τουρκάτ'ς (του)
- Ο μικρός Τούρκος
- Χαρακτηρισμός ατίθασου παιδιού
- Καυτερή μικρή κόκκινη πιπεριά
τουτάμ (του)
Ετυμολογία: τουρκ. tutam: bir tutam baharat = μια δόση μπαχαρικών (από το κινημ. έργο «Πολίτικη κουζίνα)
- Μήκος χειρολαβής
-
Μικρή ποσότητα κάποιου πράγματος που πιάνεται στα δάχτυλα
- -Ένα τουτάμ ραδίτσια
τούτου (αντων.)
- Τούτο
τούτουνα (αντων.)
- Τούτο
τούτουνας (αντων.)
-
Τούτος
- -Τούτουνας γι άθρουπους εν έχ' π'στουσύν' = δεν μπορείς να τον επμιστευθείς.
τούτους (αντων.)
- Τούτος
τούφα (η)
- Μικρή φυσική δέσμη από τρίχες
-
μτφ. η φυλακή
- -Μας βάλαν σκη τούφα
τραγ'δέλ' (του)
-
Μικρό τραγούδι
- -Γω μουρό μ' ταχιά λόμπγις τσι κ'τσιά α φάγου,
- τσι ν' απουλ'θείς απ' του καλό μουρέλι μ' πλιά,
- α φ'λάγου
τραγουγιέν'ς (ι)
-
Με γένια σαν του τράγου
- -Θα σι παντρέψ' λεγ' ι τραγουγέν'ς ι παπαΚύριλους μεσ' τουν Άγιου Αντριά.
τραλακός (ι)
- Κοιμισμένος, ζαλισμένος, τρελός
τραλακώνουμι
- Τρελαίνομαι
τραλατσιά (η)
-
Η τρελή
- -Απ' κ'ώρα πούρθις μπουλουγυρίζου σα τραλατσιά μεσ' του σπίκ' τσ' ε μπουρώ να ποίσου δ'λειά
- Μεγάλο γυάλινο δοχείο προστατευμένο με καλαθόπλεγμα
Επίσης ως:
τραμιλτζανούδα (η)
- υποκορ. της λ. «τραμιλτζάνα»
τραμσ'ακός
-
Τρεμάμενος
- -Η βόλτα τουν μάρανι, ε βλέπ' του χάλι τ'! Παγαίν' όρτσις - μπόρτσις, ένας τραμσ'ακός είνι!
τραπιζόν' (του)
- Ράφι στην κορυφή της ξύλινης σκάλας των διώροφων σπιτιών
-
Χρονικό διάστημα, περιθώριο χρόνου.
- Φρ: έχου τράτου = έχω περιθώριο
τραχανόγαλου (του)
- Γάλα πρόβιο για τραχανό
τραχλάτου πρόβατου (του)
- Το πρόβατο που έχει γύρω από τον τράχηλο κυκλοτερές λεύκωμα
τραχλιά (η)
- Γύρω από τον τράχηλο (στα ζώα το λουρί, στα μωρά η σαλιάρα ή ποδιά, ο γιακάς λαιμού πουκαμίσου)
τρεμλιάζου
- Με πιάνει τρεμούλα
τριά
-
Τρία
- -Τρίου μνω = τριών μηνών
- -Τριά μουρά
τριανταμνιά
-
Μήνας 31 ημερών
- -Πόσα τραβά μπε έιτουτουςι ι μήνας; Τριάντα ή τριανταμνιά;
τριατατικοί (οι)
- Υπάλληλοι του Ταχυδρομείου (3Τ=Ταχυδρομείο, Τηλεγραφείο και Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο)
τριβόλ' (οι)
- Ζιζάνια των αγρών
τριγυρίστρια (η)
- Φλεγμονή νυχιών
- μτφ. η γυναίκα που γυρίζει συνέχεια από δω κι από κει
τριδίζουμι
- Ζορίζομαι, βάζω όλες μου τις δυνάμεις για να κάνω κάτι αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Τρίκ' (η)
- Η ημέρα Τρίτη
τρικλάδ'
- (στη φρ.): Γύρ'σα του τρικλάδ' = γύρισα όλη τη γειτονιά.
τρικό (του)
- Το φανελάκι (εσώρουχο)
τριλαμός (ι)
-
Η τρέλα
- -Μούρθι τριλαμός
τρισαγί
- Αρωματικό φυτό, αρμπαρόριζα (για ρόφημα, σε γλυκά, σε βυσσινάδα)
τρίστηλις τρίσ'τλα
-
Ορθάνοιχτες-ορθάνοιχτα
- -Ντα τσι τ'ς αφήτσις τρίστηλις τ'ς πόρτις;
- -Τρίστ'λα παναθύρια = ορθάνοιχτα
τρίφκ'ς (ι)
- Μαγειρικό σκεύος για το τρίψιμο τυριού, λαχανικών κ.τ.λ.
τριχιά
- Σχοινί καμωμένο από τρίχες ζώου (κατσίκας)
- Αρρώστια που ρίχνει τα μαλλιά της κεφαλής, η αλωπεκία
τρουβαδέλ' (του)
- υποκορ. της λ. «τρουβάς»
τρουβαδίζου
- Βάζω σε τορβά
τρούβαδους (ι)
- Μεγάλος τορβάς
τρούλ' (του)
-
Γεμάτο μέχρι πάνω
- -Τρούλ' του γέμουσι!
τρουλός (ι) ή τρωλός
-
Ο συνεσταλμένος, ο φοβητσιάρης
- -Τρουλός άθρουπους!
τρουλώνου
-
Γεμίζω κάτι μέχρι την επιφάνεια, μέχρι πάνω
- -Μη του τρουλών'ς του πιάτου γιακί α χ'θεί χαμ.
τρυπουγάζ' (του)
- Κέντημα, τελείωμα τραπεζομάντηλου
τρυπουκαρδέλ' (του)
- Τρυποκάρυδο (είδος πουλιού)
τρώγου
-
Τρώω
- Φρ.: Άμα ε φας πίτα απ' τουν άμμου, άθρουπους ε γίνισι
τσ'ακν'ιακάτου (του)
-
Αιδοίο νεαρής και ζωηρής γυναίκας
- -Του μ'νί του τσ'ακν'ιακάτου
- πα (πάνω) σκ' αμυγδαλιούδα κάντου (καθόταν)
- τσ' έτρουγι τ' αμυγδαλέλια πι (με) τα δυο του τα μαγ'λέλια!