Βρέθηκε ακριβές λήμμα
τιρσέκ' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. tersaçı και dırsek

  • Η γωνία (η στροφή) του δρόμου
Παρόμοιες λέξεις
ντιρσέκ'