τζιλάς (ι)
- Επάλειψη σκασιμάτων σοβαντισμένου τοίχου με αραιό κονίαμα.
-
Χάδι, παιχνίδισμα, τσαχπινιά
- -Πετραδάκια μου πετάς
- τζιλβεδάκια μου ζητάς
τζιλιμπέκ' (του)
- Το πρήξιμο στο λαιμό του προβάτου
τζιμπλουμπίδ' (του)
Ετυμολογία: τουρκ. leblebı = στραγάλια που φτιάχνονται από ξεφλουδισμένα και αλατισμένα ρεβίθια
-
Το αφράτο στραγάλι
- -Ι μπαμπάς στέρν' ένα δικάρ' να πάρ'ς πασπατέμπου τσι τζιμπλουμπίδια π' τ' αγαπάς!
- Ζουμπούλι
τζινέτια (τα)
- Μισά στεφάνια για να κρατούν τις κολόνες στις οικοδομές
τζιντρί (του)
- Κεντρί
τζιντρουβουλώ
-
Βγαίνω, προβάλλω
- -Μόλις τζιντρουβουλίς γ' ήλιους = μόλις βγει ο ήλιος
τζιντρώνου
-
Κεντρίζω, τρυπώ με κεντρί
- -Τουν τζέντρουσι μια μέλ'σσα τσι πουνεί!
τζιντώ
-
Κεντρίζω, παρακινώ, προτρέπω κάποιον να κάνει κάτι.
- -Ε βλέπου να τιλειών' η δ'λειά μας σήμιρα. Τζιέντα τουν τσι συ κουμματέλ' να κάν' τα βιασκά τ'.
- -Τζιέντα = Ξεκίνα, προχώρα.
τζιρέμπλα (η)
- Αυλάκι ή τρύπα στον τοίχο χωραφιού ή αυλής για να φεύγουν τα νερά της βροχής.
-
Η ζημιά, το πρόστιμο
- -Γω πληρώνου ξέν' τζιριμέδις!
- Ο άχρηστος άνθρωπος, ο αδιαφόριτος
- Υποδήματα, δερμάτινες μπότες
τζίτζα (τα)
- Όρος παιδικού παιχνιδιού. Επανάληψη (στρεψοδικία συμπαίκτη, μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του που προκύπτανε από τους κανόνες του παιχνιδιού)
τζιτζάτου (του)
- Το ωραίο
- Το παιχνίδι των νηπίων
- Ορειχάλκινο κασσιτερωμένο μαγειρικό σκεύος, κατσαρόλα
τζιτζιρίζουμι
-
Ψήνομαι από τη ζέστη, καίομαι, τσουρουφλίζομαι
- -Τζιτζιρ'ζόμαστι = ψηνόμαστε
- -Τζιτζιρίσκα = κάηκα, τσουρουφλίστηκα
τζμπίδ (του)
- Τσιμπίδι, μικρή λαβίδα
- Ο νέος
τζούντα (η)
- Κομμάτι διχτυού που μπαίνει ολόκληρο ως μπάλωμα σε σχισμένο δίχτυ
- Νάνος, μικρόσωμος, συνεκδ. γελωτοποιός
Επίσης ως:
τζουτζό (του)
- Δοχείο νυχτός (συν. καθίτς)
τζουχάπ (του)
-
Θάρρος, θράσος, αφοβία
- -Φτός δίν τ' Βασ'λέ τζουχάπ! = δεν φοβάται ούτε το Βασιλιά (δηλ. τίποτα)
-
Πολύ έξυπνος, θαρραλέος
- -Είνι πιδί τζουχάτ
τζόχτσι
-
Βάλθηκε να κάνει κάτι
- -Τζόχτσι να του σάξ' τσ' έ ξικουλά
τημ'σιάρκου (του)
Δείτε:
- Τεντώνω
-
Πεθαίνω
- -Τα τιζάρσι = τα τίναξε, πέθανε
- -Τιζαρζ'μένου πανί = τεντωμένο πανί
τιζέκια (τα)
- Βόλοι χωμάτινοι
- Ο καλυμμένος με μάρμαρο πάγκος του καφενείου που περικλείει τον χώρο που λειτουργεί ο καφετζής, μπουφές
- Κήρυκας
τιλβές (ι)
- Το κατακάθι του καφέ
-
Τελειώνω
- -Τέλιψι κη δ'λειά σ' τσ ύστιρα έλα. Α σι φλάγου!
τιλισ'ές (ι)
- Επίπονη και δύσκολη εργασία
τίλουγια
-
Πώς, με ποιο τρόπο
- -Τίλουγια μπε του ποίτσις; = πώς το έκανες;
- -Έ Γνάτ, ρώκσις μπε τίλουγια θα πάμι έφτου; = Ιγνάτιε, ρώτησες πώς θα πάμε εκεί;
Τιλώνια
- Το χωριό Άντισσα
-
Τελείως, Όλως διόλου
- -Άι σταμάτα, τιμιλί τζαναμπέκ'ς γίν'τσις στα γιράματα σ'.
- -Τιμιλί ζο είσι = είσαι όλως διόλου ζώον
τιμόν' (του)
-
Το τιμόνι, έκφραση:
- -Τούτους γ' άθρουπους ε παίρν' τιμόν' = είναι ανάποδος
τιμουλία (η)
-
Κιμωλία
- -Στου σχουλειό είχαμι μια τιμουλία τσι μια πλάκα τσι γράφαμι
- Πολύ τεμπέλης