τσ'άτ' (του)
-
Για περιοχή μέσης
- -Ε μπουρώ καθιόλ', τα τσ'άτια μ' πουνούσ'
-
Τσουβάλι, σάκος από καννάβι ή άλλη ύλη
- Φρ: Αδειανό τσ'βάλ' ε στέτσ' ουλόρθου = ο πεινασμένος άνθρωπος δεν έχει δυνάμεις
- Φρ: του λαγό τουν είχις μέσ' του τσ'βάλ'. Ντα ήθελις να δεις τι μάκια έχ';
τσ'βάλια τσ' Καλκούτας (τα)
- Μεγάλα τσουβάλια
τσ'δών' (του)
- Κυδώνι (καρπός του δένδρου της κυδωνιάς)
- Δίθυρο μαλάκιο της θάλασσας γνωστό ως αχηβάδα
τσ'κάλ' (του)
- Χύτρα, κατσαρόλα φαγητού, δοχείο νυκτός
τσ'λαρώνου
- Τρώω πολύ, γεμίζω την κοιλιά μου
τσ'λιά (η)
-
Κοιλιά
- Φρ: Ψέματα μαγειρεύγ'ς η τσ'λιά σ' του βρίσκ'
- Φρ: Μη λες όκ' ανιβάζ' η τσ'λιά σ' = ό,τι σου κατέβει
Επίσης ως:
τσ'λιακό (του)
-
Η διάρροια
- -Τσ'λιακό τουν έπιασι! = έχει διάρροια!
τσ'λιέμι
- Κυλιέμαι, περιστρέφομαι σαν κύλινδρος (με παχιά προφορά του τσ)
-
Έχω διάρροια (με λεπτή προφορά του τσ)
- -Τσ'λίσκα - τσ'λίστσι
τσ'λίστρις (οι)
- Χωράφια κατηφορικά και φτωχά σε χώμα. Σε τέτοια μέρη συνηθίζουν να κυλιούνται τα ζώα για να αποβάλουν τα ζωύφια από το σώμα τους
Επίσης ως:
τσ'λόπουνους (ι)
- Πόνος στην κοιλιά
τσ'λόρφανους (ι)
- Κοιλόρφανος (αυτός που έμεινε ορφανός από πατέρα όταν ακόμα ήταν στην κοιλιά της μητέρας του)
-
Τούφα-θύσανος μαλλιών κεφαλής
- -Γλήγουρα σήκου μη σ'βγάλου τα τσ'λούφια σ'
τσ'λώ
- Κυλώ
τσ'μίζου
-
Κοιμίζω
- -Άμι να τσ'μίγς του μουρό τσι νύσταξι!
τσ'μούμι ή τσ'μάμι
-
Κοιμάμαι
- -Τσμίστσι πα στου γάιδαρου!
- -Τσ'μάτι ουλόρθους! = κοιμάται όρθιος
τσ'μπίδ' (του)
- Το κοτσάνι
τσ'νηγ'τό (του)
- Κυνηγητό, τρέξιμο
τσ'νηγώ
-
Κυνηγώ
- -Πήρι ένα ράβδου τσι κη τσ'νήγσι!
τσ'νόστουμου (του)
- Το διάστημα που αφήνει το άνοιγμα του αντίχειρα με τον δείκτη (δηλ. όσο το άνοιγμα του στόματος του σκύλου). Χρησιμοποιείται ως πρόχειρο μέτρο για να μετρηθεί ένα μήκος
Επίσης ως:
τσ'νουνιά (η)
- Θεία κοινωνία
τσ'νουνώ
- Μεταλαβαίνω (λαμβάνω τη θεία κοινωνία)
τσ'τόγαλου (του)
-
Το βυζί του ζώου που έχει μικρή τρύπα = ψιλόρωγο και κατ' επέκταση δυσκολοάρμεχτο ζώο (αντίθ. αφλόγαλου)
- -Η κατσίκα μ' είνι τσ'τόγαλ'
- μτφ. τσ'τόγαλους = άτομο άξεστο, σκληρό
- Αμύγδαλο χλωρό
- Ψιλοκομμένες πέτρες, το χαλίκι
- Η πετούγια της κλειδαριάς της πόρτας (μοιάζει με κουταλάκι του γλυκού)
τσαγριά
-
Πιτσιλιά
- -Έρξι μια τσαγριά τσ' ύστιρα έφ'γι
- -Ούτι μια τσαγριά γάλα εν έβγαλι του πρόβατου!
τσαγρίζου
- Πιτσιλίζω, εκσφενδονίζω μικρή ποσότητα νερού με δύναμη
-
μτφ. φεύγω γρήγορα ή το βάζω στα πόδια, την κοπανάω
- -Μι του που τουν είδαμι νάρχιτι κατά πάνου μας τσαγρίσαμι μεσ' του ρουμάν'
- -Τσαγρίζουν τα μάκια μ' = Δακρύζουν
τσάκ
-
Μέχρι (τοπικά)
- -Κουλύμπσι τσακ στου νησί!
- Στενός και αδιέξοδος δρόμος
τσακμάκ'ς (ι)
- Άνθωπος πανέξυπνος
τσακπίνκου (του)
- Ζωηρό (π.χ. παιδί, ατίθασο ζώο)
-
Προκαλώ σπινθήρα σε αναπτήρα που φέρει φιτίλι
- -Τσάκτσι ν' ανάψου του τσιγάρου μ'!
τσαλαβούτας (ι)
- Άτακτος, ακάθαρτος, αυτός που ανακατεύεται παντού.
τσαλαμούρα (η)
- Άρμη (διάλυμα αλατιού σε νερό) αλλά και είδος τυριού
- Κολπαδόρος, που κάνει τσαλίμια
- Προσπαθώ κάτι να κάνω, επιδιώκω με μικρές δυνατότητες να κάνω κάτι
τσαλιστίζου
- Ασχολούμαι με κάτι, προσπαθώ κάτι να κάνω (βλ. και λ. «τσαλιστεύγου»)
- Το πεύκο
τσάματα - τσάματα
-
Κομμάτια - κομμάτια
- -Άμα κόψ' τ' αυγουλέμουνου γίνιτι τσάματα - τσάματα
- -Γι ουρανός γέμ'σι τσάματα = μικρά σύννεφα σαν σμήνος σε σχήμα ψαριών
τσαμίσκου ζο
- Ζώο ατίθασο, που δαγκώνει, κλωτσάει, όχι ήρεμο (δεν βάζανε ποτέ πάνω σ' αυτά τα ζώα παιδιά ή γυναίκες)
τσαμισλαγκίζου
- Αγριεύω, γίνομαι ατίθασος (βλ. και «τσαμίσκου ζο»)
- Πευκώνας (δάσος από πεύκα)
- Χαράδρα με πεύκα
τσαμουμανίτις (οι)
- Μανιτάρια που φυτρώνουν κάτω από τα πεύκα
- Ζωέμπορος
- Στα γρήγορα
τσαμπούκ'ς (ι)
- Γρήγορος
- Αδύνατος, καχεκτικός, αδιάθετος, αρρωστιάρης
τσαμπούνια
- Είδος αγριόχορτου