Βρέθηκε ακριβές λήμμα
τουτάμ (του)
Ετυμολογία: τουρκ. tutam: bir tutam baharat = μια δόση μπαχαρικών (από το κινημ. έργο «Πολίτικη κουζίνα)
- Μήκος χειρολαβής
-
Μικρή ποσότητα κάποιου πράγματος που πιάνεται στα δάχτυλα
- -Ένα τουτάμ ραδίτσια