- Επιλοχίας του τουρκικού στρατού
μπασαράς
- Αρρώστια που χτυπά τα καπνά.
-
Ό,τι μένει στο χωράφι ή το δένδρο μετά την κανονική συγκομιδή γεωργικών προϊόντων. Απομεινάρια
- -Μαζεύγαμι μπασιάκ', κουρούκ' τσι βαλανίδ'
-
Καταφέρνω
- -Στου χκίσμου έ τα μπασιαρντίζου τσι πουλύ καλά!
μπάσιους (ι)
- Προφορικό συμβόλαιο
- Ποσότητα ελαιοκάρπου για έκθλιψη
- Είδος γλυκού (Τηγανόπ'τα)
- Είδος υφάσματος (ο χασές)
- Ποικιλία καπνού από την ανατολή, όπου υπήρχε και ομώνυμος τόπος
- Γυάλινη κανάτα νερού ή κρασιού
μπατ'κό (του)
- Τετραπλό μονοκόμματο αγκίστρι, ειδικό για να πιάνει χταπόδια. Το δόλωμα ρίχνεται στον πάτο
- Βούρκος, βάλτος
-
Κακοπληρωτής
- -Μη τ' δίν'ς δαν'κά. Είνι μιγάλου μπατάκ!
μπατακτσής
Δείτε:
- Χρησιμοποιείται για άνθρωπο μεγαλόσωμο και άχαρο ή δυσκίνητο
Επίσης ως:
μπαταξής
Δείτε:
- Αυτός που αποφεύγει συστηματικά να πληρώσει τα χρέη του
Επίσης ως:
μπατζανέμ' (του)
Δείτε:
μπατουνιάρου
-
Με παίρνει η κάτω βόλτα, δεν αντέχω άλλο
- -Τσείνου πλια, κάκ' καλός ήντου, τουν ήβρι τσι τούτου του κακό, μπατουνιάρσι για τα καλά γι άθρουπους!
μπατς τσι πόστα
- βλ. φρ. «πας τσι πόστα»
μπατσ'νάτου πρόβατου (του)
- Πρόβατο με κόκκινη και μαύρη μούρη
-
Μήπως
- -Μπάτσι θαρρείς πως….. = μήπως νομίζεις πως……
- -Μπάτσ' ήρθι ι γιό σ' σήμιρα; Άκ'σα σ'αματά
μπατσιά (η)
- Χαστούκι
μπατσίζου
- Κάνω σε κάποιον ό,τι μου έκανε ή κάτι παρόμοιο, ώστε να είμαστε στα ίσα, να «μπατσίσουμι»
μπατσνουγυρίζου
- Χαστουκίζω κάποιον και στα δύο μάγουλα.
μπάτσους (ι)
- Χαστούκι
μπαφίρα (η)
-
Κουβέντα, συνομιλία, φλυαρία
- -Πιάσαμι κ' μπαφίρα τσι πέρασι γ' ώρα!
μπαφιρεύγου
- Κουβεντιάζω για να περάσει η ώρα, φλυαρώ
-
μτφ. η αφθονία των χόρτων την άνοιξη
- -Είχαμι πουλλά μπαχάρια φέτους!
μπαχατουριά (η)
- Η ζημιά, η βρομοδουλειά, η πονηριά
- Χορταρικά, κηπευτικά, λαχανικά, μαναβικά
- Ο μανάβης, αυτός που έχει μπαχτσέ
- Περιβόλι, λαχανόκηπος
μπαχτσιδέλ' (του)
- υποκορ.της λ. «μπαχτσές»
μπγαδέλους (ι)
- υποκορ. της λ. «μπγάς»
μπγάς (ι)
- Νεαρό αρσενικό μοσχάρι
-
Βρε, μωρέ, ρε
- -Άι μπε τσι συ = Άιντε βρε
- -Κόπιασι μπε να φάμι = Έλα να φάμε
- Αχρείος, μασκαράς, παλιάνθρωπος
Επίσης ως:
- Τύπος μυτερού φτυαριού για βαθύ σκάψιμο (το πατάς με το πόδι σου και το σπρώχνεις προς τα κάτω)
-
Τα δύσκολα
- Φρ.:Δανά είνι του μπελί = τώρα είναι τα δύσκολα
- Κοινά (για άντρες και γυναίκες) θαλάσσια μπάνια
μπερεκέτ' (του)
Δείτε:
μπερεκετλής
Δείτε: