Βρέθηκε ακριβές λήμμα
μπαταχτσής (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. batakçı

  • Αυτός που αποφεύγει συστηματικά να πληρώσει τα χρέη του
Παρόμοιες λέξεις
μπατακτσής
μπαταξής