- Το κόντρα ξύρισμα
-
μτφ. ξυλοδαρμός (συνήθως ελαφρύς)
- Φρ: Τ' δώτσι ένα μπερντάχ'! = τον έδειρε
μπερντέν
- Αμέσως
- Κουρτίνα
μπέσια (τα)
-
Πάχος
- -Στα μπέσια σ' είσι = πάχυνες
μπεστεβάν' (του)
- Ξύλο που δένει δυο μαδέρια
- Παλαιστής
μπήγου
-
μτφ. βάζω στη φρ.:
- -Μπήγου μια φουνή = βάζω μια φωνή, φωνάζω
μπιγιάν' -μπιγιάν'
- Διαλεχτά (Α'κατηγορίας) σύκα
- Καταδέχομαι
- Κομπολόι
- Μέρος για χρήματα, πρόχειρο χρηματοκιβώτιο
μπιζιβέγκ'ς (ι)
Δείτε:
-
Αποκάμνω, εξαντλούμαι σωματικά ή ψυχικά, βαριέμαι, δυσκολεύομαι, κάνω κάτι ξεπερνώντας μεγάλες δυσκολίες και επιτυγχάνοντας τελικά το σκοπό μου
- -Μπιζέρσα να βρω του τυρουκουμείου τ' Λιμουνή, μ'ντά.
- -Μπιζέρσα ίσαμι να τα ξιμπιρδέψου
- Σκεπαστή, θολωτή αγορά
μπιζμπίλια
-
Ραδιουργίες, συκοφαντικά λόγια
- -Μπισμπίλια έβαλι
μπιζντιρμές (ι)
- Είδος πρόχειρου φαγητού (ζύμη από αλεύρι σε σχήμα πίτας που τηγανιζόταν με λίγο λάδι)
μπίζου
-
Βάζω
- -Μπίζου μια φουνή!
μπίζουμι
-
(ρ) Ζορίζομαι
- -Μπίζουμι να τιλιώσου
- Μικρό αποδημητικό πτηνό. Θηρεύεται κυρίως για το νόστιμο κρέας του
-
Άγαμος, αυτός που ζει μόνος του, εργένης
- -Πόμνι μπικιάρ'ς = έμεινε άγαμος
- Μέθυσος, φίλος των ποτών
μπικρόλακας (ι)
- Μέθυσος (σε υπερθετικό βαθμό)
μπίκσι
-
Έγινε
- -Μπίκσι η δ'λειά σ'; = έγινε η δουλειά σου;
- Αυτός που δημιουργεί μπελάδες (=ενοχλήσεις, στενοχώριες)
- Ο αδελφικός φίλος
- Ενόχληση, στενοχώρια, φασαρία, ο μπελάς
-
Και βάλε
- -Πόσου μπε τ' αγόρασις; Ένα δικάρ';
- -Μπιλέμ!
- Βραχιόλι
-
Σίγουρο
- -Έν είνι μπιλί= δεν είναι σίγουρο
μπιλιγκίζου
-
Ασχολούμε με κάτι, καταφέρνω κάτι
- -Α μπιλιγκίσουμι κίπουτα; = Θα κάνουμε κάτι;
-
Ξεκαθαρίζω, ξεχωρίζω, ακούω ευκρινώς, διακρίνω
- -Άμα έφταξα σκη Φόν'σσα, μπιλιτίζαν γι' φουνές παστρικά
-
Δεν ξέρω (απάντηση σε ερώτηση)
- -Τουν ξέρ'ς τούτου τουν άθρουπου;
- -Μπιλμέμ = δεν τον ξέρω
-
Ανήξερος
- -Μη φτάν'ς (κάνεις) του μπιλμέμ = τον ανήξερο
μπιλούρ (επίρρ.)
- Φρ: μπιλούρ τα ποίτσις = τα έκανες θάλασσα
μπιμπέτς' (του)
-
Έντομο, μικρό ζωύφιο
- -Γέμσι ι κόσμους μπιμπέτσια.
- -Κακό μπιμπέτσ' μι δάγκασι!
μπιμπίλα (η)
- Το τελείωμα του ρούχου, η δαντέλα
μπινί (του)
- Στήριγμα κουφωμάτων.
-
Βάζω κάποιον πάνω στους ώμους μου, καβάλα
- -Κάντου μπε μπίνια του μουρό να σταμακήσ' του κλιάμα!
- Μείγμα ασβέστη και τσιμέντου
- μτφ. κάτι πολύ σκληρό (π.χ. χώμα, τοίχος, κ.τ.λ.)
μπινιτζής (ι)
- Καλός στο να καβαλάει τα άλογα, γυμναστής αλόγων. Ο καλύτερος στο χωριό μας ήταν ο Κων/νος Αλεξ. Χατζηγώγος (1903-1971)
-
Τσαμπαρία
- - Αφού ε τ'ς αγαπάς τ'ς πουρτουκαλάδις, ντα τσι κ' ήπιες;
- - Ε, ντα, μπινταχαβάς ήντου!
- Αμφίβολο αν θα γίνει. Άγνωστο. Στα χίλια να γίνει ένα
μπιντίνια (τα)
- Είδος λοταρίας (τυχερό παιχνίδι: Μικροί ξύλινοι αριθμημένοι, από το 1έως το 99, κύλινδροι σε σακούλι. Το έπαιζε ο Μαλιόντας, παλιός περιπτεράς του χωριού)
μπιντούδα (η)
-
Μονάδα μέτρησης κέρδους σε παιδικό παιχνίδι. Πόντος σε διάφορα παιχνίδια που παίζονταν χωρίς χρηματικό αντίτιμο, κάτι άνευ αξίας
- -Έχου πιο πουλλές μπιντούδις.
- -Ε φαντάζουμι να παίζιτι παράδις; -Όχ μπε, μπιντούδις παίζουμι.
- -Είπαμι να μ'λήξουμι σουβαρά. Ντα, μπιντούδις α λέμι; (ή α φτάνουμι;)
Επίσης ως:
-
Σχεδόν τσάμπα
- -Πήρι τουν αραμπά μπιρ παρά!
-
Είδος κουρτίνας για παράθυρα και ανοιχτές ντουλάπες, μισάντρα (βλ. λ.)
- - Ήντου κρυμμένους τσι λόγιαζι πίσου απ' του μπιρδέ
- Είδος σκούφου
-
Αφθονία αγαθών, σοδειά, ευημερία, ευλογία
- -Είχι πουλύ μαξούλ' φέτους, μπιρικέτ!
Επίσης ως: