μπακλαβουκόμματου (του)
- Ρομβοειδές κομμάτι του μπακλαβά
- Σπάσιμο κουκιών
- μτφ. η Καθαρά Δευτέρα. Αποβραδίς έβαζαν τα κουκιά να μουσκέψουν και την Καθαρά Δευτέρα τα έπαιρναν μαζί με ελιές και άλλα νηστίσιμα φαγητά στην εξοχή όπου περνούσαν την ημέρα τους
Επίσης ως:
-
Παλιά και φθαρμένα αντικείμενα, παλιατζούρες, ευτελή αντικείμενα
- -Λιέτι μες' τα χουριά τ'ς Μυτιλήν'ς τσι ξουδεύγ' τ'ς παράδις τ' ν' αγουράζ' μπακουτίλις!
μπάλα (η)
- Δεμάτι καπνού, τριφυλλιού κ.τ.λ.
μπαλαμαθράτς (οι)
- Είδος μικρών βατράχων (λέγεται ότι όταν φωνάζουν είναι ένδειξη ότι θα βρέξει)
μπαλαμούτ' (του)
- Παλαμίδα
μπαλάντζα (η)
- Μεγάλη ζυγαριά με επίπεδη επιφάνεια.
μπαλάρ (του)
- Δοκάρι στέγης
μπαλκάμ
-
Περιοχή με μπλεγμένους θάμνους
- -Γ'αυλή γίντσι μπαλκάμ = γέμισε από θάμνους και δένδρα, έγινε σαν δάσος λόγω έλλειψης περιποίησης.
-
Τα μακριά πόδια
- -Τα μπαλντίρια τ' ήντας δυο μέτρα του καθένα!
- Ψαράδικο
μπαλτζίκα (η)
-
Σκληρό στρώμα χώματος που συναντάται σε κάποιο βάθος
- -Γι αλιβριά που ποίτσι εν ήντου κίπουτα!. Μια μπαλτζίκα ήντου = ήταν πολύ σκληρή και δεν τρωγότανε.
μπαλχανάς (ι)
- Φόρος από δημοπρασίες ψαριών που γίνονταν στο χωριό (δεκαετία του 1930).
- Ομάδα εργατών για τη συγκομιδή αγροτικών προϊόντων (π.χ. ελιές, πατάτες κ.τ.λ.)
- Είναι 4 πάσσαλοι - δυο εμπρός και δυο πίσω - για να δένουν τα σκοινιά και τις άγκυρες ενός πλεούμενου
μπαμπακάτους (ι)
- Κάτασπρος (σαν βαμβάκι), μτφ. πεντακάθαρος.
μπαμπάκους (ι)
- Ο άσπρος στα μαλλιά σαν το μπαμπάκι (ή ο πολύ ξανθός)
μπάμπαλα (τα)
- Μικρά ψάρια χωρίς εμπορική αξία
μπαμπάς (ι)
- Η κάθετη κολώνα όπου στηρίζεται ή κουπαστή μιας σκάλας
- Κάθετο ξύλο στέγης
- Ματσάκι από νήμα βαμβακερό
μπαμπατσιρό (του)
- Το βαμβακερό ύφασμα
μπαμπαφτίλα (η)
- Χνούδι υφάσματος
- Μπαμπέσης=άπιστος, ύπουλος
μπαμπλούμ
-
Έξαψη παιδικής αρρώστιας, με εξανθήματα στο σώμα
- -Μπαμπλούμ γίντσι = έβγαλε πληθώρα εξανθημάτων στο σώμα (από οστρακιά ή άλλη ασθένεια)
-
Πληθώρα ομοειδών πραγμάτων
- -Γι αυλή ήντου μπαμπλούμ απού λουλούδια
μπαμπόγιρους (ι)
-
Πολύ γέρος
- -Ε, ντα πιριμέν'ς να γέν'ς μπαμπόγιρους, άμα είνι καλή η κουπιλούδα ντα φλάγ'ς; = πάρ' την τώρα που είσαι ακόμα νέος!
μπαμπούγια (επίρρ.)
-
Ερημιά, σκοτεινιά
- -Πέρασα απ' του σουκάτς αλλά ήντου μπαμπούγια!
μπαμπούλους (ι)
-
Λέξη για εκφοβισμό των μικρών παιδιών
- -Κάτσι καλά μην έρθ' ι μπαμπούλους τσι σ' αρπάξ'!
μπαμπουριά (η)
-
Φήμη, διάδοση
- -Ήβγι μια μπαμπουριά πως α μπαγέν'ς = Φημολογείται ότι σκοπεύεις να φύγεις.
μπάν'κους (ι)
-
Ερωτικά θελκτικός
- -Μπάν'κους κώλους!
- Χάρτινη τουρκική λίρα, τραπεζογραμμάτιο
μπάντα (η)
-
Άκρη, πλευρά, πλάι
- -Είπι γη Κουζ'νή, μια γκαρτάλα, π' κάντου σκη μπάντα ..
- -Απ' κ' απάνου μπάντα έλα
μπανταχούσα (η)
- Εκκλησιαστική εγκύκλιος (απανταχούσα > πανταχούσα)
- μτφ. έγγραφη πληροφορία (ειδοποίηση, ανακοίνωση, επιστολή κ.τ.λ. για οικονομική συνήθως επιβάρυνση του παραλήπτη και γενικότερα δυσάρεστη είδηση.
μπαντζμπάνα
-
Όρος παιδικού παιχνιδιού.
- -Ντούκου - ντούκου τσι μπαντζμπάνα.
μπαξ
- Όρος στοιχήματος. Όταν κέρδιζε ο αντίπαλος της πάλης που στοιχημάτιζες εσύ έχανες - μπαξ.
μπαράγκ' (του)
- Σίδερο που έκλεινε από πίσω την πόρτα (ως ασφάλεια). Βλ. και λ. «κολντιμίρ»
μπαραμπαρίζου
- Μοιάζω
-
Βρίσκω μέρος να προφυλαχτώ από τη βροχή, τον αέρα, το χιόνι, γενικά από την κακοκαιρία ή να ξεκουραστώ
- -Εν είχι πού να μπαραντίσ' ι κατσπουδιάρ'ς
μπαραντουμένους (ι)
- Κλειδωμένος οικειοθελώς από μέσα (με σίδερο ασφαλείας πίσω από την πόρτα)
μπαραντώνου
-
Ασφαλίζω πόρτα, κλείνοντάς την με ένα σίδερο από πίσω
- -Μπαράντουσι κη πόρτα = βάλε το σίδερο ασφάλειας πίσω από την πόρτα
μπαρέγια (η)
-
Παρέα, συντροφιά
- -Καλώστουν σκη μπαρέγια μας!
μπαριά (μια)
-
Άπαξ, μια φορά
- -Μια μπαριά = μια φορά.
- -Μια μπαριά είχα πρόβατα στου Καρά Τιπέ
-
Τουλάχιστον
- - Τσι νάνταν μπάριμ μουναχά πείνα, ποιος κ' λουγάριαζι;
μπαρμπέρκου (του)
- Κουρείο
μπαρμπουνόδιχτου (του)
- Ειδικό ψιλό δίχτυ για ψάρεμα μπαρμπουνιών
- μτφ. το φαγητό που «καίει» τη γλώσσα (πολύ ξινό ή με πολλά μπαχαρικά)
-
μτφ. ο θυμωμένος άνθρωπος
- -Γίντσι μπαρούτ' = θύμωσε πολύ
μπαρουτάδκου πρόβατου (του)
- Με αραιές πιτσούλες
μπαρουτιά (η)
- Φουρνέλο
-
Ομάδα εργασίας-σύνολο εργατών ασχολούμενο με αγροτικές δουλειές.
- - Είδα ένα μπαρχανά να κηρτίζ' καπνό