-
Πλούσιος, με αφθονία αγαθών, ευλογημένος
- -Να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά, ευχήθηκε ο παπάς και σήκωσε πρώτος το ποτήρι. Ας πιούμε κανένα ντμπανιάρκου. Μπιρικιτλήδες ν'άστε μπρε……
Επίσης ως:
μπιρικιτλίδ'κα
- Ευχή για πολύ καρπό (βλ. και λ. «μπιρικέτ»)
-
Ένα για μένα ένα για σένα, μεσιακά
- -Του μαξούλ' α του πάρουμι μπίρλαμπιρ
-
Ο μάγκας, ο πονηρός
- -Είνι μια μπίρμπα τούτους!
- Άτακτος γλεντζές, γυναικάς
- Κουρέας
-
Αμέσως
- -Μόλις μι φουνάξαν πήγα μπιρντέν
- Παραπέτασμα, κουρτίνα σε πόρτα ή παράθυρο
μπισκιτζής
Δείτε:
-
Ανατρέφω, παχύνω, ταϊζω παραπάνω για να τον θρέψω
- -Είχι τσ' ένα μπγαδέλου πούντου κουμμάκ' ζαΐφκους τσι τουν είχι μες κ' αυλή τ'ς για να τουν μπισλιγκίσ'
Επίσης ως:
μπισλιγκσμένους (ι)
- Ο καλοφαγωμένος
- Το καλοταϊσμένο βόδι που το θρέφουν για να το φάνε
- μτφ. ο χαραμοφάης, ο τεμπέλης, ο ανεπρόκοπος
μπισλιντίζου
Δείτε:
μπισμπίλια (τα)
-
Λόγια που μπορεί να προκαλέσουν ένταση, τσακωμούς κ.τ.λ., αιτίες για καυγά.
- -Ούλου μπιζμπίλια βαζ' έιτουτους γι άθρουπους
- Ολότελα, παντελώς
-
Μαχαίρι βλ. και λ. «σελάχ μπιτζ'άκ»
- -Φέρι του μπιτζ'άκ να κόψουμι του ψουμί
- Τελειώνω, φέρω σε πέρας
-
Βρίσκω, εξασφαλίζω κάτι που χρειάζομαι
- -Μπίτ'σι η δ'λειά σ'; = έγινε η δουλειά σου;
- -Πού του μπίτσις τούτου του μαραφέτ;
Επίσης ως:
- Δοχείο για υγρά
-
Ολόκληρος
- -Τρέμου μπιτούνια! = Τρέμω ολόκληρη (από κούραση, νεύρα)
-
Το στυλ, η κομψότητα
- -Ντυμέν' μι του μπιτσίμ!
- Είδος πριονιού για κοπή κορμών δένδρων
- Ο τεχνίτης που με το «μπιτσκί» (βλ. λ.) σκίζει λεύκες ή βαλανιδιές σε καντρόνια, σανίδες ή μουραλιάνες
Επίσης ως:
μπιχιντώ ή μπιχιντίζου
-
Αποφασίζω, αρέσω, κοιτάζω και διαλέγω, προτιμώ, καταδέχομαι (η λ. από το πηχύνομαι = εναγκαλίζομαι)
- -Ε μπιχιντά = δεν αποφασίζει, δεν αρέσει, δεν καταδέχεται
- -Μπιχείρ'σα να του σάξου = επιχείρησα, προσπάθησα να …
μπιχτράκια (τα)
- Φουρκέτες για τα μαλλιά των κοριτσιών
μπλαμπλάς (ι)
- Χαζός
μπλάστρ' (του)
-
Το έμπλαστρο. Η Βαγιούδα (πρακτική ορθοπεδικός του χωριού) σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιούσε ως έμπλαστρο ένα μίγμα από σαπούνι, ούζο και αυγά, σύμφωνα με μαρτυρία του γιού της Ηλία Παναγ. Βερβέρη
- -Βάλι ένα μπλάστρ' να σ' πάρ' του πόνου.
μπλατζέτα (η)
- Είδος γλυκού (ταψιού)
μπλέματα (τα)
-
Μπλεξίματα, εμπόδια
- -Όργουνα του χουράφ' τσ' έβγαλα πουλλά μπλέματα (π.χ. πέτρες χωμένες, καλάμια κ.τ.λ.)
μπλές (οι)
- Πατημασιές ζώων. Τα κόπρανα των λαγών και άλλα σημάδια με βάση τα οποία ο κυνηγός έψαχνε να βρει το λαγό.
μπλέτα (η)
-
Τσάκισμα στο ύφασμα (σε φουστάνι κ.τ.λ.)
- -Φούστα μι μπλέτις.
- Φάκελος
μπλουμένου (του)
-
Το ζώο που τα σκοινιά του μπλέχτηκαν στα πόδια ή στο λαιμό του, μπερδεμένο
- -Ήβρα του ζο μπλουμένου τσι κόντιβγι να πνιγεί
μπλούτσια (τα)
-
Πολύς κόσμος χωρισμένος σε παρέες
- -Μπλούτσια - μπλούτσια κατιβαίνας στου παναγύρ'
μπλώνουμι
-
Διεισδύω ακάλεστος κάπου
- -Ντα τσι μπλώνισι μεσ' τα πουδάρια μ'; = γιατί μπερδεύεσαι μέσα στα πόδια μου;
μπόγ' (του)
- Μπόι, ανάστημα
-
Φούστα
- -Ε ντρέπισι κουματέλ'; Κρίμα στου μπόγι σ'!
μπογάκ' (του)
- υποκορ. της λ. «μπόγ'»
- Δέμα ρούχων τυλιγμένο σε μεγάλο κομμάτι υφάσματος
μπόδιου (του)
- Εμπόδιο
- Αποκριάτικο παιχνίδι
- Άνεμος που πνέει μέσα σε κόλπο ή λιμάνι
Επίσης ως:
- Εμβόλιο
- Ενόφθαλμο κομμάτι κλαδιού με το οποίο μπολιάζουμε ένα δένδρο
- Ξύλινο τμήμα (προέκταση) του αλετριού
-
Μπόλικος = άφθονος, σε ικανοποιητική ποσότητα, ευρύχωρος
- -Βάλι μπόλ'κου λάδ'
μπόλκα (η)
- Είδος κουρέματος (Υπήρχαν πολλών ειδών κουρέματα, όπως:
- Κούτρους = κόψιμο των μαλλιών, με ψιλή μηχανή, σύρριζα, σε στυλ στρατιωτικό
- Μπόλκα = Όπως το πρώτο είδος αλλά μόνο περιφερειακά (όχι τα επάνω μαλλιά)
- Σαμαρέλ' = Όπως στην Μπόλκα αλλά πιο πολύ (άφηναν μαλλιά μόνο στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού)
- Γλί = Γουλί, δηλ ξυρισμένο ή πολύ κοντά κουρεμένο κεφάλι, ώστε να φαίνεται το δέρμα του κεφαλιού)
μπόμπα (η)
- Βαρέλι των 250 κιλών με τσέρκια (βλ. λ.) γύρω - γύρω για τοποθέτηση ακάθαρτου πετρελαίου
- μτφ. Χοντρός άνθρωπος
- Μεταλλικός αποθηκευτικός χώρος πεπιεσμένου αέρα για την εκκίνηση πετρελαιοκίνητης μηχανής ελαιοτριβείου (σε σχήμα βαρελιού).
μπόρους (ι)
- Η στενή έξοδος της αρμεγόμαντρας από όπου περνούν τα πρόβατα ένα-ένα για να τα αρμέξουν.
- Χαλαρός, ανεκτικός
-
μτφ. άνθρωπος λίγο «λειψός»
- -Άφ'σι μπόσ'κα = χαλάρωσε (π.χ. τα σχοινιά)
- -Ήντου μπόσ'κους = ήταν άνθρωπος που έλεγε σαχλαμάρες