Βρέθηκε ακριβές λήμμα
μπικιάρ'ς (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. bekâr

  • Άγαμος, αυτός που ζει μόνος του, εργένης
    • -Πόμνι μπικιάρ'ς = έμεινε άγαμος