Βρέθηκε ακριβές λήμμα
τσαγρίζου
- Πιτσιλίζω, εκσφενδονίζω μικρή ποσότητα νερού με δύναμη
-
μτφ. φεύγω γρήγορα ή το βάζω στα πόδια, την κοπανάω
- -Μι του που τουν είδαμι νάρχιτι κατά πάνου μας τσαγρίσαμι μεσ' του ρουμάν'
- -Τσαγρίζουν τα μάκια μ' = Δακρύζουν