Βρέθηκε ακριβές λήμμα
κημσιάρ'κου (του)
  • Εξ ημισείας, μισό - μισό
    • -Δ'λεύγου κημσιάρ'κα
Παρόμοιες λέξεις
τημ'σιάρκου (του)