Βρέθηκε ακριβές λήμμα
μπιχιντώ ή μπιχιντίζου
-
Αποφασίζω, αρέσω, κοιτάζω και διαλέγω, προτιμώ, καταδέχομαι (η λ. από το πηχύνομαι = εναγκαλίζομαι)
- -Ε μπιχιντά = δεν αποφασίζει, δεν αρέσει, δεν καταδέχεται
- -Μπιχείρ'σα να του σάξου = επιχείρησα, προσπάθησα να …