καφικούτ (του)
- Το κουτί του καφέ
κάφκα (η)
- Το φλιτζάνι του τσαγιού
καφτσί (του)
- Κούπα ή φλιτζάνι, ποτήρι πήλινο
- Πρόστυχη γυναίκα, πόρνη (ύβρις)
καψ' (η)
-
Κάψα, υπερβολική ζέστη
- -Βρη καψ'! = πω, πω ζέστη!
κάψαλα (τα)
- Τα καμένα ελαφρά απ' τη φωτιά
- Επίτηδες καμένες περιοχές βοσκοτόπων για την ανανέωση των χόρτων
- Βάζω φωτιά σε περιοχή βοσκοτόπου με σκοπό την ανανέωση των χόρτων
καψαλός (ι)
-
Στικτός, με στίγματα
- -Καψαλό κακί
καψούλα (η)
- Το καψούλι
καψουρεύγουμι
-
Ερωτεύομαι σφοδρά, αισθάνομαι έντονο ερωτικό πάθος για κάποιον/α
- -Έχου μια αν'ψιά τσι κ' καψουρεύγουντι πουλλοί, μα φκη ε μπιχιντά κανένα!
- -Ι Γιώργ'ς καψουρέφτσι κη γ'τόν'σσα τ' τσι σ' ένα μήνα παντρέφκασ'!
καψουρούχνα (η), καψουρούχνους (ι)
- Είδος χόρτου, όπως η ρόκα. Τρώγεται με ελιές. Θεωρείται τροφή των φτωχών.
καψώνουμι
- Ζεσταίνομαι
- Πεταλούδα
κέρδητα (τα)
-
Τα κέρδη
- -Δανά τα πρόβατα έν έχ' (έχουν) κέρδητα
-
Δόσεις, πληρωμή με δόσεις
- -Α στα δώσου μι κεσίμια
κέφισιμ'
- Για το κέφι μου
κι (αντων.)
-
Τι
- -Κι άθρουπους είνι μπε τούτους;
κιαλαίρνου
-
Παρατηρώ, βλέπω μακριά, διακρίνω, ξεχωρίζω, επισημαίνω (σα να χρησιμοποιώ κιάλια)
- -Τουν κιάλαρι = τον είδε από μακριά
-
Κέρδος, συμφέρον, όφελος
- -Ντα θέλ'ς μπε τσι τρέχ'ς αδιαφόριτα, ντα είνι του κιάρ σ';
κιβιντίζουμι
- Προσπαθώ να κάνω κάτι, κορδώνομαι
-
Μέσο μεταφοράς αντικειμένων μεγάλου βάρους.
- Χονδρό διχαλωτό ξύλο από βαλανιδιά, πάνω στο οποίο τοποθετούσαν το βαρύ αντικείμενο και το έσερναν με αλυσίδα χοντρή δύο βόδια
- Πρόστιμο, τιμωρία
-
Αξία, τιμή
- -Τούτους γι άθρουπους κιϊμέτ έν έχ' = είναι ανεκτίμητος
κικίμ (του)
-
Καυγάς
- -Έγινι μιγάλου κιμίμ μεσ' του Πλάτανου (στην Πλατεία του χωριού)
-
Εμφάνιση (συνήθως κακή)
- -Έχ ένα κιλίκ! = δηλ δεν έχει καλή εμφάνιση
κιλίκους
-
Στάση ουδέτερη στο παιχνίδι «κιλίτσια» (βλ. λ.). Όταν το αντικείμενο δεν έπεφτε κάτω και δεν έβρισκε στο έδαφος αλλά σε ένα πετραδάκι.
- -Αφού ήντου κιλίκους, τούτους έ του παραδέχιτι!
- Μεγάλο θαλασσιν όστρακο με το οποίο έπαιζαν τυχερά παιχνίδια
- Κιλίμι = ψιλό χαλί
- Φόρεμα-ρούχο μακρύ ως τα πέλματα
-
Μια συμφέρουσα περίπτωση, ένα τυχερό εύρημα, μια αναπάντεχη επιτυχία
- -Κατέβ'κα γάλια - γάλια του κρικίρ τσι παγαίνου γιαλό - γιαλό να παραλάβου τα κιλιπίρια
-
μτφ. ο άχρηστος, ο άτακτος.
- -Είνι ένα κιλιπίρ!
- Κομμάτια από σπασμένα πιάτα σε μέγεθος εικοσάδραχμου από τη μια λευκά και από την άλλη χρωματιστά που τα χρησιμοποιούσαν σε παιδικό παιχνίδι, ζάρια
κιμέρ (του)
Ετυμολογία: τουρκ. kemer = δερμάτινη ζώνη ταξιδιού, με ειδικές θήκες για τη φύλαξη χρημάτων
- υφασμάτινο σακούλι για λεφτά που το έδεναν στη μέση
- Ο εκλεκτικός, αγνόφαγος, ακατάδεκτος
- Το εκλεκτό, το διαλεκτό
κινησιά (η)
- Σχισμή σε κάσωμα πόρτας ή παραθύρου όπου μπαίνει ο μεντεσές
κινιτές (ι)
- Ο ντενεκές
-
Το δειλινό, ώρα εσπερινού
- -Ήρθι του κιντί.
- -Φάγαμι του κιντί.
κιντιά (τα)
- Ξύλα που τοποθετούνται ως ενισχυτικά άλλων ξύλων μιας στέγης
- Μεγάλες μαξιλάρες, γεμάτες με άχυρο, για τον καναπέ του σπιτιού
- Αυτός που δεν βλέπει καλά. Ψεγάδι όρασης
- Το θειάφι
κιούλ' (του)
-
Στάχτη
- -Κιούλ' γίντσις = έγινες ρεζίλι, ξεφτιλίστηκες
- Είδος σκούφου - καπέλου
-
μτφ. απάτη
- -Τούπιξα ένα κιουλάφ!
- -Μούβαλι ένα κιουλάφ!
- Το αρτοποιείο
κιούμπαλ' (η)
- Πετιμέζι ψημένο στον ήλιο
- Πήλινος σωλήνας διαμέτρου περί τους 10 πόντους, μήκος 30-40 πόντους με ανάλογα στόμια που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο (για να σχηματιστεί το επιθυμητό μήκος) για τη μεταφορά νερού από τη μάνα στις βρύσες του χωριού
-
Το σκυλί (μτφ. για άνθρωπο)
- -Έ ντρέπισι κουμματέλ' παλιουκιουπέκ';
κιουπινέκ' (του)
- Η κάπα