καφικούτ (του)
  • Το κουτί του καφέ
κάφκα (η)
  • Το φλιτζάνι του τσαγιού
καφτσί (του)
  • Κούπα ή φλιτζάνι, ποτήρι πήλινο
καχπέ (η)

Ετυμολογία: τουρκ. kahpe

  • Πρόστυχη γυναίκα, πόρνη (ύβρις)
καψ' (η)
  • Κάψα, υπερβολική ζέστη
    • -Βρη καψ'! = πω, πω ζέστη!
κάψαλα (τα)
  1. Τα καμένα ελαφρά απ' τη φωτιά
  2. Επίτηδες καμένες περιοχές βοσκοτόπων για την ανανέωση των χόρτων
καψαλιάζου

Ετυμολογία: μτγν. ουσ. καυσαλίς + ίζω

  • Βάζω φωτιά σε περιοχή βοσκοτόπου με σκοπό την ανανέωση των χόρτων
καψαλός (ι)
  • Στικτός, με στίγματα
    • -Καψαλό κακί
καψούλα (η)
  • Το καψούλι
καψουρεύγουμι
  • Ερωτεύομαι σφοδρά, αισθάνομαι έντονο ερωτικό πάθος για κάποιον/α
    • -Έχου μια αν'ψιά τσι κ' καψουρεύγουντι πουλλοί, μα φκη ε μπιχιντά κανένα!
    • -Ι Γιώργ'ς καψουρέφτσι κη γ'τόν'σσα τ' τσι σ' ένα μήνα παντρέφκασ'!
καψουρούχνα (η), καψουρούχνους (ι)
  • Είδος χόρτου, όπως η ρόκα. Τρώγεται με ελιές. Θεωρείται τροφή των φτωχών.
καψώνουμι
  • Ζεσταίνομαι
κελεμπέκ' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kelebek

  • Πεταλούδα
κέρδητα (τα)
  • Τα κέρδη
    • -Δανά τα πρόβατα έν έχ' (έχουν) κέρδητα
κεσίμια (τα)

Ετυμολογία: τουρκ. kesmek = κόβω

  • Δόσεις, πληρωμή με δόσεις
    • -Α στα δώσου μι κεσίμια
κέφισιμ'
  • Για το κέφι μου
κημσιάρ'κου (του)
  • Εξ ημισείας, μισό - μισό
    • -Δ'λεύγου κημσιάρ'κα
Επίσης ως:
κι (αντων.)
  • Τι
    • -Κι άθρουπους είνι μπε τούτους;
κιαλαίρνου
  • Παρατηρώ, βλέπω μακριά, διακρίνω, ξεχωρίζω, επισημαίνω (σα να χρησιμοποιώ κιάλια)
    • -Τουν κιάλαρι = τον είδε από μακριά
κιάρ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kâr

  • Κέρδος, συμφέρον, όφελος
    • -Ντα θέλ'ς μπε τσι τρέχ'ς αδιαφόριτα, ντα είνι του κιάρ σ';
κιβιντίζουμι
  • Προσπαθώ να κάνω κάτι, κορδώνομαι
κιζάκα (η)

Ετυμολογία: τουρκ. kızak = έλκυθρο

  • Μέσο μεταφοράς αντικειμένων μεγάλου βάρους.
    • Χονδρό διχαλωτό ξύλο από βαλανιδιά, πάνω στο οποίο τοποθετούσαν το βαρύ αντικείμενο και το έσερναν με αλυσίδα χοντρή δύο βόδια
κιζάς (ι)

Ετυμολογία: τουρκ.

  • Πρόστιμο, τιμωρία
κιϊμέτ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kıymet

  • Αξία, τιμή
    • -Τούτους γι άθρουπους κιϊμέτ έν έχ' = είναι ανεκτίμητος
κικίμ (του)
  • Καυγάς
    • -Έγινι μιγάλου κιμίμ μεσ' του Πλάτανου (στην Πλατεία του χωριού)
κίλιγια (επίρρ.)
  • Πώς, τι λογής
    • -Κίλιγια τα ποίτσι = Πώς τα έκανε
Επίσης ως:
κιλίκ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kılık

  • Εμφάνιση (συνήθως κακή)
    • -Έχ ένα κιλίκ! = δηλ δεν έχει καλή εμφάνιση
κιλίκους
  1. Στάση ουδέτερη στο παιχνίδι «κιλίτσια» (βλ. λ.). Όταν το αντικείμενο δεν έπεφτε κάτω και δεν έβρισκε στο έδαφος αλλά σε ένα πετραδάκι.
    • -Αφού ήντου κιλίκους, τούτους έ του παραδέχιτι!
  2. Μεγάλο θαλασσιν όστρακο με το οποίο έπαιζαν τυχερά παιχνίδια
κιλίμ' (του)

Ετυμολογία: τουρκ.

  • Κιλίμι = ψιλό χαλί
κιλιμπία (η)

Ετυμολογία: αραβ.

  • Φόρεμα-ρούχο μακρύ ως τα πέλματα
κιλιπίρ (του)

Ετυμολογία: τουρκ.

  1. Μια συμφέρουσα περίπτωση, ένα τυχερό εύρημα, μια αναπάντεχη επιτυχία
    • -Κατέβ'κα γάλια - γάλια του κρικίρ τσι παγαίνου γιαλό - γιαλό να παραλάβου τα κιλιπίρια
  2. μτφ. ο άχρηστος, ο άτακτος.
    • -Είνι ένα κιλιπίρ!
κιλίτσια (τα)

Ετυμολογία: τουρκ. kılıç = σπαθί

  • Κομμάτια από σπασμένα πιάτα σε μέγεθος εικοσάδραχμου από τη μια λευκά και από την άλλη χρωματιστά που τα χρησιμοποιούσαν σε παιδικό παιχνίδι, ζάρια
κίλουγια
Δείτε:
κιμέρ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kemer = δερμάτινη ζώνη ταξιδιού, με ειδικές θήκες για τη φύλαξη χρημάτων

  • υφασμάτινο σακούλι για λεφτά που το έδεναν στη μέση
κιμπάρ'ς (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. kıbar = ευγενής

  • Ο εκλεκτικός, αγνόφαγος, ακατάδεκτος
κιμπάρκου (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kıbar

  • Το εκλεκτό, το διαλεκτό
κινησιά (η)
  • Σχισμή σε κάσωμα πόρτας ή παραθύρου όπου μπαίνει ο μεντεσές
κινιτές (ι)
  • Ο ντενεκές
κιντί (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kendı

  • Το δειλινό, ώρα εσπερινού
    • -Ήρθι του κιντί.
    • -Φάγαμι του κιντί.
κιντιά (τα)
  • Ξύλα που τοποθετούνται ως ενισχυτικά άλλων ξύλων μιας στέγης
κιντίρια (τα)

Ετυμολογία: ίσως από το τουρκ. mınder (?) = μαξιλάρι

  • Μεγάλες μαξιλάρες, γεμάτες με άχυρο, για τον καναπέ του σπιτιού
κιόρ'ς (ι)

Ετυμολογία: τουρκ. kör = τυφλός

  • Αυτός που δεν βλέπει καλά. Ψεγάδι όρασης
κιουκιούρκ' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. kükürk

  • Το θειάφι
κιούλ' (του)
  • Στάχτη
    • -Κιούλ' γίντσις = έγινες ρεζίλι, ξεφτιλίστηκες
κιουλάφ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. külaf

  1. Είδος σκούφου - καπέλου
  2. μτφ. απάτη
    • -Τούπιξα ένα κιουλάφ!
    • -Μούβαλι ένα κιουλάφ!
κιουλχάν' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. külhan = εστία

  • Το αρτοποιείο
κιούμπαλ' (η)
  • Πετιμέζι ψημένο στον ήλιο
κιούνγκ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. küng

  • Πήλινος σωλήνας διαμέτρου περί τους 10 πόντους, μήκος 30-40 πόντους με ανάλογα στόμια που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο (για να σχηματιστεί το επιθυμητό μήκος) για τη μεταφορά νερού από τη μάνα στις βρύσες του χωριού
κιουπέκ' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. köpek

  • Το σκυλί (μτφ. για άνθρωπο)
    • -Έ ντρέπισι κουμματέλ' παλιουκιουπέκ';
κιουπινέκ' (του)
  • Η κάπα