κατουφλέλ' (του)
- Μικρό κατώφλι
Κατουχουρίτις (οι)
- Όσοι μένουν στο κάτω χωριό (Ενορία Παναγίας)
κατρακώνου
-
Τσουγκρίζω γενικά. Ειδικά:
- - Κατρακώσαμι τα τσιφάλια μας = χτύπησαν τα κεφάλια μας μεταξύ τους
- - Κατρακώσαμι τ' αυγά μας σκ' Ανάστασ' = τσουγκρίσαμε τα αυγά μας
-
Συναντώ τυχαία κάποιον
- -Τουν κατράκουσα σκη Φόν'σσα!
Επίσης ως:
κατρακώνουμι
-
Συναντιέμαι τυχαία με κάποιον
- -Κατρακώθκαμι σκη Φόν'σσα!
κατραπατσιά (η)
- Το χαστούκι
κατρατσ'λώ
- Κατρακυλώ
κατρατσύλ' (του)
- Ρόδα, γύρος, η στεφάνη που, παίζοντας, κυλούσαν τα παιδιά
κατρατσύλα (η)
- Κατρακύλα, κατηφόρα
κατριφτέλ' (του)
- Μικρός καθρέφτης
- Κατσίκι
κατσ'καδέλ' (του)
- υποκορ. της λ. «κατσ'κάδ'»
κατσ'καδίσιους (ι)
-
Γιδίσιος, από κατσίκι
- -Κατσ'καδίσιου γάλα
κατσ'καδόδρουμους (ι)
- Κατσικόδρομος = πολύ δύσβατος δρόμος, κατάλληλος μόνο για να περνάνε τα κατσίκια
κατσ'καδότριχα (η)
- Τρίχα από κατσίκι
κατσ'καδουκλέφκς (ι)
- Κατσικοκλέφτης
κατσ'καδουκόπαδου (του)
- Κοπάδι από κατσίκια
κατσ'κάς (ι)
- Νέο αρσενικό κατσίκι
κατσαδόρα (η)
- Σάκος θηραμάτων, το σακίδιο του κυνηγού
κατσαδόρους (ι)
- Άτομο που συνοδεύει τον κυνηγό και κουβαλάει την κατσαδόρα
-
Χολώνομαι, μανίζω, Χαλάω τις σχέσεις μου με κάποιον
- -Κάτσσι = χολώθηκε
κατσιργκίζου
Δείτε:
-
Κάτι που ξέφυγε, ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη
- -Έγινε κατσιρμάς= π.χ. έμεινε έγκυος κατά λάθος
- -Τούτου του μουρό είνι κατσιρμάς
- Κρυφή, παράνομη πράξη
Επίσης ως:
-
Μου ξεφεύγει κάτι μέσα απ' τα χέρια μου, αφήνω κατά λάθος
- -Άι, του κατσίρντσις του πιάτου! = σου ξέφυγε!
- -Κατσίρντσα = ξέφυγα
Επίσης ως:
κατσκώνου
- Καρφώνω
κατσμένους (ι)
- Ο δυσαρεστημένος, ο μαλωμένος, χολωμένος
κατσόν' (του)
- Κυρτό σίδερο που καθάριζε τις λάσπες που κολλούσαν στο υνί του αλετριού, κατά το όργωμα (ήταν τοποθετημένο στην άλλη άκρη του τζεντριού).
- Κουκούλα του κεφαλιού
κατσπόδα (η)
-
Κακόμοιρη
- -Ε κη κατσπόδα δ'λειές πόπαθι! (που έπαθε)
κατσπόδκου (του)
- Κακόμοιρο
- Κακή πράξη, μικροαταξία
κατσπουδιάρ'ς (ι)
- Ο ζαβολιάρης
-
Συνηθέστερη σημασία: ο καημένος, ο κακότυχος, ο κακόμοιρος
- -Τάχασι ούλα ι κατσπουδιάρ'ς!
κατσπουδιάρκου (του)
- υποκορ.της λ. «κατσπουδιάρ'ς»
κατωγόπορτα (η)
- Πόρτα κατωγιού
- Ξύλινο ή πέτρινο δοκάρι που συνδέει τις δύο κάθετες πλευρές της πόρτας και βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με το πάτωμα
καύκα (η)
- Κούπα, φλιτζάνα
καυκαλιά (η)
Ετυμολογία: καύκαλο (= το κρανίο, το όστρακο της χελώνας και των οστρακόδερμων) < μτγν. καύκαλον > καυκαλιά
- Χτύπημα στο κεφάλι
καυκαλιάζου
- Χτυπώ κάποιον στο κεφάλι
- Είδος φαγώσιμου χόρτου με πολλά λεπτά φύλλα που φύεται σε πετρώδες έδαφος
καύκαλου (του)
-
Το επάνω μέρος του κεφαλιού, κρανίο, καβούκι χελώνας
- -Του καύκαλου σ' τα φταίγ' (τα φταίει)
καυκάρα (η)
- Άνυδρος τόπος
καυτιρός (ι)
-
Ζεστός, καυτός
- -Καυτιρές πιπιριές
καυτσιά (η)
-
Η καυχησιολογία
- -Βρη τουν έρμου καυτσιά!
καυτσιάρ'ς (ι)
- Αυτός που καυχιέται, ο καυχησιάρης
καυτσιέμι
-
Καυχιέμαι
- -Ι Γιώργ'ς ούλου καυτσιέτι για τα χουράφια τ'
- Πρόγευμα, κολατσιό εργατών
καφασουτό (του)
- Το ξύλινο δικτυωτό πλέγμα που λειτουργούσε ως παραβάν και απομόνωνε τις γυναίκες στους γυναικωνίτες των εκκλησιών από τα βλέμματα των ανδρών.
καφιδέλ' (του)
- υποκορ.της λ. «καφές»
καφιδί (του)
- μτφ. το χαρτονόμισμα των 1000 δραχμών
- Το μπρίκι του καφέ
- μτφ. ο λάτρης του καφέ