-
Ίσα - ίσα, όριο, δόση, μέτρο, κανονική ποσότητα
- -Έν έχ' καράρ= ενεργεί χωρίς μέτρο
- -Ήπιει του καράρι τ'= ήπιε όσο έπρεπε, πήρε τη δόση του
- Μαύρος
- Μελαγχολία αλλά και ερωτικός πόθος ή αγιάτρευτος έρωτας
καρατάρω
Δείτε:
-
Υπολογίζω κατά προσέγγιση, δοκιμάζω να βρω την αναλογία
- -Καρατάρσι πόσου λάδ' α βάλουμι!
Επίσης ως:
καρβουνιάρ'δις (οι)
- Οι γυρολόγοι που πουλούσαν κάρβουνα
- μτφ. φαύλος άνθρωπος
καρεγλίκ' (του)
- Ξύλο σε τοίχο (π.χ. καφενείου) για να μην αφήνουν σημάδια οι καρέκλες στον τοίχο
καριγλέλ' (του)
- Μικρή καρέκλα, μικρό σκαμνί
καρικ'τσής (ι)
- Αυτός που ανοίγει τα καρίκια στα χωράφια
καρίκια (τα)
-
Οι αυλακώσεις στις οποίες φυτεύονται τα φυτά του καπνού, της ντομάτας κ.τ.λ.
- -Γι' αρχηγός τραβούσι καρίκια τσι γι' άλλ' φτέβγαν τσι πηγαίνας κώλου - κώλου μεσ' του καρίκ' για να μη πατούς τα φυντάνια
- -Καμνιά δικαριά καρίκια ντουματσιές
καρικλί (του)
- Μικρή καρέκλα, το σκαμνί
-
Ενδιαφέρομαι
- -Ποιός καριστίζ' για τούτου του κτήμα; = ποιός ενδιαφέρεται;
- Ακαθαρσία της μύτης (αποξηραμένη μύξα), πέτσα σε πληγή που αρχίζει να επουλώνεται, γενικώς κάθε στερεοποιημένο έκκριμα ζωικού οργανισμού
καρκατζέλα (η)
- Πρόχειρη υπογραφή, κακογραφή, πρόχειρο και κακόγουστο σχήμα
καρκατζλιά (η)
- Η μουτζούρα
καρκατζλιούδις (ι)
-
υποκορ. της λ. «καρκατζέλα»
- -Του μουρέλι μ' ι Γώγους έκανι καρκατζλιούδις μές τουν Άγ'. Αντριά
- Το κουνουπίδι
καρνάτου πρόβατου
- Κατάμαυρο (σαν το κάρβουνο)
καρνέλ' (του)
- υποκορ. της λ. «κάρνου»
- Γίνομαι κάρβουνο
- Στεγνώνει ο λαιμός μου από τη δίψα
κάρνου (του)
- Το κάρβουνο
- Σύντροφος, φίλος
καρούτα (η)
- Μεταλλική στέρνα σχήματος τετράγωνου με πόρτα συρόμενη για να λιώνουν τον ασβέστη
καρπουζότσιφλου (του)
- Φλούδα καρπουζιού
καρσ'λαγκίζου
- Αντικρίζω από μακριά
καρσ'νός (ι)
- Ο απέναντι, ο αντικρινός, βλ. και λ. «καρσί»
-
Αντίκρυ, απέναντι
- -Απού καρσί = από απέναντι
- -Αβλάγκιαζα καρσί, λόγιαζα ένα ντουμάν'! Εν' ήξιρα ντα ήντου!
- -Καρσί μ' ήρθις τσ' έκατσις σα μαραμένου πράσου
καρσιλίκ' (του)
-
Ευθυγράμμιση.
- - Ήρθι στου καρσιλίκ' η πέρκα τσι τ'ς όρξα = ευθυγραμμίστηκε με το όπλο και τις έρριξα
- Είδος αϊτού
- Μεγαλόσωμο άτομο
καρτάλα (η)
- Ψηλή και άγαρμπη γυναίκα
καρτέρ' (του)
- Ειδικό δίχτυ για ψάρεμα μεγάλων ψαριών
καρτιάζου
-
γίνομαι σαν ξύλο, σκληραίνω
- -Τούτου τ' αγγούρ' καρτιασμένου είνι
- Το ¼ του μετζιτιού (τουρκ. νόμισμα)
- Τα 15 λεπτά της ώρας
καρτσνάδ (του)
- Θαλασσινό ζωύφιο για δόλωμα
καρφιτσέλ' (του)
- Η μικρή καρφίτσα
καρφουβέλουνας (ι)
- Είδος μεγάλης καρφίτσας (τη βάζανε και στα καπέλα ως διακοσμητικό στοιχείο)
-
Γίνομαι σκληρός σαν ξύλο, ξυλιάζω
- -Καρώσασ' τα χέρια τ' = δεν μπορεί να τα κινήσει (είναι σαν ξυλιασμένα)
-
Τεντώνω τα αυτιά μου σαν λαγός
- -Του κακί κάρουσι τ' αυκιά τ' μόλις είδι του πιγ'κό!
-
Φουντώνω
- -Κάρουσι η φουκιά!
- Φάρσα, αστεϊσμός
κασαλίκια (τα)
- Οι ξύλινες κάσες πάνω στις οποίες στηρίζονται οι πόρτες
-
Χασάπης
- -Όξου στσι στσιές είχασ' κριμασμένα τα κριάτα γι κασάπδις. Γι Μαλίκους, γι Γιακγκίν'ς τσι γι γέρου Καραντών'ς.
κασέλ' (του)
- υποκορ.της λ. «κάσα»
- Η βούρτσα-ξύστρα με την οποία ξύνουν τα ζώα για να τα καθαρίσουν και να τα απαλλάξουν από διάφορα ενοχλητικά ζωύφια.
κασιανίζου
- Ξύνω με βούρτσα-ξύστρα το τρίχωμα των ζώων.
- Χάλκινο στιλπνό κράνος
- Πάθηση τριχών της κεφαλής
κασίδας (ι)
Δείτε:
κασιδιάζου
- Αρρωσταίνω από κασίδα (βλ. λ.)
κασιδιάρ'ς (ι)
- Αυτός που πάσχει από κασίδα, ο φαλακρός
- μτφ. ψωροπερήφανος, ακατάδεχτος
Επίσης ως:
κασκαβάλ' (του)
Ετυμολογία: ιταλ. caciocavallo ή τουρκ. kaşkaval = ποικιλία σκληρού τυριού από γάλα αγελάδας
Δείτε: