Βρέθηκε ακριβές λήμμα
καριστίζου

Ετυμολογία: τουρκ.

  • Ενδιαφέρομαι
    • -Ποιός καριστίζ' για τούτου του κτήμα; = ποιός ενδιαφέρεται;