Βρέθηκε ακριβές λήμμα
καρίκια (τα)
  • Οι αυλακώσεις στις οποίες φυτεύονται τα φυτά του καπνού, της ντομάτας κ.τ.λ.
    • -Γι' αρχηγός τραβούσι καρίκια τσι γι' άλλ' φτέβγαν τσι πηγαίνας κώλου - κώλου μεσ' του καρίκ' για να μη πατούς τα φυντάνια
    • -Καμνιά δικαριά καρίκια ντουματσιές