κ'φάλα (η)
- Η κουφάλα
κ'φένουμι
-
Χάνω την ακοή μου
- -Ε κ'φένουμι πιο καλά να μη ν' ακούσου τα χαμπάρια έιτουτα!
- Γλυκό από ψιλοκομμένο κολοκύθι που μέσα έχει αμύγδαλο
κ'φή (η)
- Η κουφή
κ'φίζου
- Δεν ακούω καλά, βαριακούω
κ'φό πρόβατου
- Ράτσα προβάτου χωρίς αυτιά
κ'φός (ι)
- Κουφός
- Κούφιος
-
Άδειος
- -Κ'φή νάνι γ' ώρα που τ' ακού (απευχή)
- -Κ'φά καρύδια
κ'φότσιρα (τα)
- Οι κηρήθρες που δεν έχουν μέσα μέλι, που είναι άδειες
κ'φούν' (του)
- Η κυψέλη μελισσών
-
μτφ. ο κουφός άνθρωπος
- -Κ'φούν' γίντσις πλιά. Έν ακούς καθιόλ'!
κ'χαρέλ' (του)
-
Μικρός τοίχος
- -Ήντου ανιβασμένους πα σ' ένα κ'χαρέλ' τσι φώναζι!
καβάδ' (του)
Ετυμολογία: μσν. καβάδιον < (από το όνομα της υποθετικής πόλης Κάβαδα της Καρμανίας), σερβ. Kavad (ή από το όνομα του Πέρση βασιλιά Καβάδη) =
- Ύφασμα κομμένο σε λάθος διαστάσεις
- είδος μανδύα των βυζαντινών,
- μάλλινο χοντρό πανωφόρι των ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών αντί για προστατευτικό θώρακα,
- ρούχο των προεστώτων επί Τουρκοκρατίας,
-
αξίωμα]
- Φρ.: Κόπτσι του πανί καβάδ', καβάδ' α παλιώσ'! = ό,τι έγινε, έγινε. Για παράδειγμα: Πήρες λάθος σύντροφο; Μ'αυτόν θα περάσεις όλη σου τη ζωή!!!!
- Η λεύκα
καβάλ' (του)
- Το υπερυψωμένο από χώμα διαχωριστικό αυλακιών
καβαλαριά (η)
- Είδος αγριόχορτου (onobrychis)
- Κάνω καβάλα ένα ζώο
- Ξύλο προερχόμενο από λεύκα
κάβγου
-
Καίω
- -Άναψι τσι κάγ'τσι = είχε υψηλό πυρετό
- Μεγάλη ξύλινη σφίνα
καβλιτζέκ (του)
- Προεξοχή αντικειμένου
καβουργκ'στήρ (του)
- Καβουρντιστήρι (βλ. και λ. καβουργκίζου)
- Καβουρντίζω = Φρύγω, ξεροψήνω
- Μικρά κομμάτια κρέατος (τσιγαρισμένα-καβουρντισμένα με βούτυρο ή λάδι και κρεμμύδια για να διατηρείται επί μακρόν)
Επίσης ως:
- Καβούκι (π.χ. χελώνας, σαλιγκαριού κ.τ.λ.)
- Παχύ μέρος του σώματος
-
Αποκαΐδι, κάτι που κατακάηκε ή ξεράθηκε τελείως ή πάγωσε από παγωνιά
- -Ι τόπους γίντσι καγιαγάν'!
- -Καγιαγάν' γίνκας ούλα!
- Η μεγάλη πέτρα
- Αλληθωρίζω
καγιαρός (ι)
- Ο αλλήθωρος
- Βράχος
- μτφ. σκληρός
καγιάτου (του)
- Το κριάρι με γυριστά κέρατα
- Παραπατώ, γλυστρώ
- Κέρδος, πλούτος (από το ρ. καζαγκίζου)
- Καζαντίζω = Κερδίζω πολλά χρήματα, κάνω περιουσία, πλουτίζω
Επίσης ως:
- Μεταξουργός, μεταξέμπορος
καζανιά (η)
Ετυμολογία: τουρκ. kazan = μεγάλο και βαθύ στρογγυλό μεταλλικό δοχείο για διάφορες χρήσεις
- Το περιεχόμενο του καζανιού
καζανιάζου
- Κάνω την προετοιμασία για παραγωγή ούζου
- Κατασκευαστής καζανιών
καζαντίζου
Δείτε:
-
πάσσαλος, παλούκι, φυτευτήρι καπνού
- -Φερ' του καζίκ' να φτέψουμι
-
μτφ. πολύ δύσκολο ζήτημα, μπλέξιμο, πάθημα
- -Έχ' πουλλά καζίκια να π'δήξ' ακόμα = έχει να περάσει ακόμα πολλές δυσκολίες
καζίλ' (του)
- Το πάνω και το κάτω σκοινί του ψαράδικου διχτυού απ' όπου είναι περασμένα αντίστοιχα τα «φελλά» και τα «μουλύβια»
- Χτύπημα με τον κασμά
καθ'σιά (η)
-
Καθισιά
- -Σκ' καθ'σιά τ' έφαγι ένα αρνί!
-
Εγκατάσταση (π.χ. κτίσματα σε αγρόκτημα ή βοσκότοπο)
- -Φτός έχ' καλή καθ'σιά στου Λ'φώνακα!
καθ'σιό (του)
- Η ξεκούραση
καθίμινους (ι)
- Ο καθιστός
καθιόλ' (επίρρ.)
- Καθόλου, τίποτα
καθιτή (η)
- Εργαλείο ψαρέματος. Μισινέζα με 3-4 αγκίστρια προς το τέλος της, αλλά σε απόσταση το ένα από το άλλο. Λέγεται έτσι επειδή οι ψαράδες την ρίχνουν κάθετα από τη βάρκα τους.
- Το δοχείο της νύχτας
-
μτφ. παλιάνθρωπος:
- -Είνι μιγάλο καθίτς = είναι μεγάλος παλιάνθρωπος
κάθουμι
-
Κάθομαι αλλά μτφ. όπως παρακάτω:
- -Κάτσι στα ίδια σ' = Κάτσε καλά
- -Κάθουμι πα στα π'λιά μ' = Κάθομαι ανακούρκουδα
- Καφές