Βρέθηκε ακριβές λήμμα
καβάδ' (του)
Ετυμολογία: μσν. καβάδιον < (από το όνομα της υποθετικής πόλης Κάβαδα της Καρμανίας), σερβ. Kavad (ή από το όνομα του Πέρση βασιλιά Καβάδη) =
- Ύφασμα κομμένο σε λάθος διαστάσεις
- είδος μανδύα των βυζαντινών,
- μάλλινο χοντρό πανωφόρι των ελαφρά οπλισμένων στρατιωτών αντί για προστατευτικό θώρακα,
- ρούχο των προεστώτων επί Τουρκοκρατίας,
-
αξίωμα]
- Φρ.: Κόπτσι του πανί καβάδ', καβάδ' α παλιώσ'! = ό,τι έγινε, έγινε. Για παράδειγμα: Πήρες λάθος σύντροφο; Μ'αυτόν θα περάσεις όλη σου τη ζωή!!!!