Βρέθηκε ακριβές λήμμα
μπουτζουγκρουμένους (ι)
  • Κατσουφιασμένος, συννεφιασμένος.
    • -Ι τσιρός είνι πουλύ μπουτζουγκρουμένους, μπάτσι βρέξ;
    • -Μα ντα διάβουλου έχ'ς; πουλύ μπουτζουγκρουμένου σι βλέπου!