Βρέθηκε ακριβές λήμμα
πνιγούρ' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. bulgur = βρασμένο και χοντροαλεσμένο στάρι

  • Πλιγούρι
Παρόμοιες λέξεις
μπουλγούρ'

Ετυμολογία: τουρκ. bulgur