Βρέθηκε ακριβές λήμμα
μπουγιαγκ'σμένους (ι)
  • Βαμμένος (βλ. και λ. «μπουγιαντίζου» = βάφω]
    • -Μπουγιαγκ'σμένα μαλλιά