Βρέθηκε ακριβές λήμμα
λουβιάζου
- Προσβάλλομαι ή πάσχω από λούβα (λέπρα)
-
Καταπέφτω (όπως ο λεπρός), είμαι ράκος, έχω τα χάλια μου (από κούραση, κρύο, ξύλο, φτώχια, αρρώστια)
- -Τι χ'μώνας ήντου έιτουτους, λουβιάσαμι απ' του κρύου!
-
μτφ. δέρνω κάποιον άσχημα, τσακίζω στο ξύλο
- -Ντα μαζί μπε εν είμαστι τσ' άλλις που κόντιψι α μας λουβιάσ' έιδου χάμ';
- -Α σι λουβιάσου κατσπουδιάρκου, άμα σι πιάσου