Βρέθηκε ακριβές λήμμα
λιουσκούν' (η)

Ετυμολογία: μσν. φλησκούνιν, υποκορ. του αρχ. βλήχων - γλήχων

  • Το φλισκούνι, βότανο με αρωματικές ιδιότητες και τονωτικές
Παρόμοιες λέξεις
λισκούν'