Βρέθηκε ακριβές λήμμα
καπνουλάς (ι)
  • Αυτός που φυτεύει το χωράφι του με καπνά
    • -Γέμσι ι πλάτανους (δηλ. η πλατεία του χωριού) καπνουλάδις!