Λεξικό
Πλατύ και μακρύ σανίδι, όπου τοποθετούσαν τα ψωμιά. Το κρεμούσαν από το ταβάνι, σε κάποιο ύψος, για να μην το φτάνουν τα παιδιά της οικογένειας αλλά και τα ποντίκια.
Ψειριάρης (αυτός που είναι γεμάτος ψείρες).
μτφ. ο βρόμικος, ο ατημέλητος
-Άι κάτσι πάσ' του βόλαδου τσι έν είνι ι κώλους μαθ'μένους για καρέγλα, διαβόλ' ψουριάρ'!
Μικρό μεταναστευτικό πουλί
Παλεύω με το θάνατο
μτφ. κοιμούμαι βαριά
Πεθαίνω (για τα ζώα κυρίως αλλά και για τους ανθρώπους χλευαστικά και σαν κατάρα)
Θάνατος
Το πολύ δυνατό κρύο
-Ψόφου κάν' σήμιρα!
-Ψόφους έπισι στ'ς όρν'θις
Πιστεύω
-Ε ψτεύγου να τσ' διώξιτι τσ' έφτις;
Ψιχαλίζει
-Έβριξι ψε. Έ βαριέσι. Ψχούρντζι κουμμάκ'
Ραντίζω φυτά ή ρούχα για σιδέρωμα.