ριτζιατζής (ι)

Ετυμολογία: τουρκ.

  • Ο μεσάζων, αυτός που εξυπηρετεί, που κάνει θελήματα
ριτσέλ (του)

Ετυμολογία: τουρκ. reçel

Δείτε:
ριφέγκιουνου (του)
  • Έξαψη, οίστρος, φασαρία, γλέντι
    • -Έχου ριφέγκιουνου = βρίσκομαι σε έξαψη, σε οίστρο, κάνω φασαρία
    • -Ε μ' αφήσαν να τσ'μηθώ, είχαν ριφέγκιουνου τα μπαστάρκα ούλη νύχτα
ριφινές (ι)

Ετυμολογία: τουρκ.

  • Συνεισφορά κοινή σε γεύμα, ποτό, διασκέδαση κ.τ.λ.
ρόβ
  • Είδος φυτού (όπως η φακή) με το οποίο τάιζαν τα ζώα
ρούγια (η)

Ετυμολογία: λατιν. ruga = δρόμος, συνοικία

  • Γειτονιά
ρουγίδ' (του)
  • Μεγάλη αράχνη
ρουδάν' (του)
  • Εξάρτημα αργαλειού (μικρός τροχός που περιστρέφεται με μεγάλη ταχύτητα και κινεί το αδράχτι, πάνω στο οποίο τυλίγεται το νήμα)
ρουδανέλ' (του)
  • υποκορ. της λ. «ρουδάν'»
    • -Του μ'κρό τ'ς του ρουδανέλ' τούχι μέσα στου
    • παλιουσιντκέλ'
ρουδάτσ'νου (του)

Ετυμολογία: λατιν.

  • Το ροδάκινο
ρουδάφν' (η)
  • Η πικροδάφνη
ρουδόσταμα (του)

Ετυμολογία: ρόδον + στάζω

  • Αρωματικό νερό, απόσταγμα από φύλλα ρόδων, διάλυμα ροδέλαιου σε νερό
ρουκάν' (του)

Ετυμολογία: μτγν. ρυκάνη

  • Ξυλουργικό εργαλείο για τη λείανση των ξύλων
ρουμάν' (του)

Ετυμολογία: τουρκ. orman = πυκνό δάσος

  • Πυκνόφυτη περιοχή, αδιαπέραστη λόγω πυκνής βλάστησης
ρουμανιάζου
  • Γίνομαι δάσος αδιαπέραστο (γεμάτο αγκαθωτούς θάμνους)
    • -Ρουμάνιασι ι τόπους!
ρουμπή (η)
  • Η κλινοστρωμνή (τα στρωσίδια του κρεβατιού)
ρουπάδις (οι)
  • Ώριμες ελιές, έτοιμες για βρώση.
ρουπάτσ' (του)
  • Μικρή, άγρια παραμελημένη βελανιδιά, συνήθως φαγωμένη από τα πρόβατα
ρουσπού (η)

Ετυμολογία: τουρκ. orospu

  • Υβριστική προσφώνηση γυναίκας
Επίσης ως:
ρούτσους (ι)
  • Γυναίκα δυναμική, ατίθαση
ρουτώ
  • Ερωτώ
    • -Ποιός θα σι ρουκίξ' σένα βρη;
ρουφός (ι)
  • Το ψάρι ροφός (είδος μεγαλόσωμου ψαριού. Επινέφαλος ο γίγας). Φτάνει τα 25-30 κιλά και είναι νόστιμος, κυρίως βραστός
ρουχαλίζου
  • Αναπνέω με θόρυβο
ρουχουμάν' (του)
  • Πλήθος ρούχων
    • -Δανά πόβαλα κη μπγάδα, ούτι γ' ήλιους βγαίν' ούτι φ'σά καθιόλ'. Πότι α στιγνώσ' τόσου ρουχουμάν';