- Ο μεσάζων, αυτός που εξυπηρετεί, που κάνει θελήματα
ριφέγκιουνου (του)
-
Έξαψη, οίστρος, φασαρία, γλέντι
- -Έχου ριφέγκιουνου = βρίσκομαι σε έξαψη, σε οίστρο, κάνω φασαρία
- -Ε μ' αφήσαν να τσ'μηθώ, είχαν ριφέγκιουνου τα μπαστάρκα ούλη νύχτα
- Συνεισφορά κοινή σε γεύμα, ποτό, διασκέδαση κ.τ.λ.
ρόβ
- Είδος φυτού (όπως η φακή) με το οποίο τάιζαν τα ζώα
- Γειτονιά
ρουγίδ' (του)
- Μεγάλη αράχνη
ρουδάν' (του)
- Εξάρτημα αργαλειού (μικρός τροχός που περιστρέφεται με μεγάλη ταχύτητα και κινεί το αδράχτι, πάνω στο οποίο τυλίγεται το νήμα)
ρουδανέλ' (του)
-
υποκορ. της λ. «ρουδάν'»
- -Του μ'κρό τ'ς του ρουδανέλ' τούχι μέσα στου
- παλιουσιντκέλ'
- Το ροδάκινο
ρουδάφν' (η)
- Η πικροδάφνη
- Αρωματικό νερό, απόσταγμα από φύλλα ρόδων, διάλυμα ροδέλαιου σε νερό
- Ξυλουργικό εργαλείο για τη λείανση των ξύλων
- Πυκνόφυτη περιοχή, αδιαπέραστη λόγω πυκνής βλάστησης
ρουμανιάζου
-
Γίνομαι δάσος αδιαπέραστο (γεμάτο αγκαθωτούς θάμνους)
- -Ρουμάνιασι ι τόπους!
ρουμπή (η)
- Η κλινοστρωμνή (τα στρωσίδια του κρεβατιού)
ρουπάδις (οι)
- Ώριμες ελιές, έτοιμες για βρώση.
ρουπάτσ' (του)
- Μικρή, άγρια παραμελημένη βελανιδιά, συνήθως φαγωμένη από τα πρόβατα
ρούτσους (ι)
- Γυναίκα δυναμική, ατίθαση
ρουτώ
-
Ερωτώ
- -Ποιός θα σι ρουκίξ' σένα βρη;
ρουφός (ι)
- Το ψάρι ροφός (είδος μεγαλόσωμου ψαριού. Επινέφαλος ο γίγας). Φτάνει τα 25-30 κιλά και είναι νόστιμος, κυρίως βραστός
ρουχαλίζου
- Αναπνέω με θόρυβο
ρουχουμάν' (του)
-
Πλήθος ρούχων
- -Δανά πόβαλα κη μπγάδα, ούτι γ' ήλιους βγαίν' ούτι φ'σά καθιόλ'. Πότι α στιγνώσ' τόσου ρουχουμάν';