ξιγιννώ
- Βοηθώ μια έγκυο να γεννήσει
- Ξεσκουριάζω
- Λειψός, που του λείπει βάρος
Επίσης ως:
ξιγκ'ντώ
- Σπρώχνω, ταρακουνώ
- Άτομο μειωμένης αντίληξης (λειψός)
ξιγλασπώνου
-
Ελευθερώνω, αποδεσμεύω
- -Τίλια τα κατάφιρις τσι ξιγλάσπουσις
ξιγλιθ'μώ
- Συνεφέρω κάποιον απ' τη λιποθυμία
ξιγουμαριάζουμι
-
Φεύγει ένα βάρος, μια έγνοια από πάνω μου
- -Καλά που μ' τούπις! Ξιγουμαριάσκα, τσι τούχα μια έννοια!
ξιγυρστάρ' (του)
- Ειδικό πριόνι των μαραγκών για να δημιουργούν σχέδια πάνω σε έπιπλα (καναπέδες κ.τ.λ.)
ξιδιαλέγου
-
μτφ. κερδίζω, ωφελούμαι
- -Τι ξιδιάλιξις δανά που τ'ς τούπις του μυστικό;
ξιζαβίζου
- Ξεστραβώνω, ξεζαλίζομαι, ξεμουδιάζω
ξιθ'λυκώνου
-
Ξεκουμπώνω το ρούχο ή άλλο σχετικό
- -Ξιθ'λύκουσι κη τσάντα σ' μουρό μ'!
ξικάλ'νι
-
Τσαχπίνεψε, πήρε θάρρος, πήρε αέρα
- -Πουλύ ξικάλ'νι του κλαδί σ'. Κάτσι καλά γιακί α τ'ς μαζέψ'ς = θα φας ξύλο
ξικαλμένους (ι)
- Ξιπασμένος, αυτός που πήρε θάρρος
ξικαλνιάρκου (του)
- Το ξιπασμένο παιδί, αυτό που πήρε θάρρος
ξικαλτσιέβου
- Κατεβαίνω από το ζώο
ξικαπίστρουτους (ι)
- Ο χωρίς καπίστρι, ελεύθερος (για ζώα)
-
μτφ. (για ανθρώπους) χωρίς έλεγχο
- -Τουν αφήσας ξικαπίστρουτου = ελεύθερο, χωρίς έλεγχο
ξικατνιάσκα
- Έβγαλα την πλάτη μου από την κούραση ή απ' το βάρος που σήκωσα.
ξικατουριέμι
- Έχω έντονη τάση να ουρήσω
ξικουκλώνου
- Ξεκουκουλώνω, αποκαλύπτω
ξικουλιάζουμι
- Ξεθεώνομαι στη δουλειά, μου βγαίνει ο πάτος
ξικουλλ'μός (ι)
- Ξεκόλλημα
-
μτφ. τέλος επίσκεψης.
- -Τσι θρουνιαζόντι τσι ξικουλλ'μό έν έχ' (δεν έχουν).
ξικουλώνου
-
Κουράζω κάποιον πολύ
- -Τουν ξικώλουσι σκη δ'λειά!
ξικουλώνουμι
-
Κουράζομαι πολύ
- -Ξικουλώθτσι σκη δ'λειά
ξικουμπίτις (οι)
- Κίτρινα κρινάκια που ανθίζουν το φθινόπωρο στα χωράφια. Λέγονται «ξικουμπίτις» γιατί είναι η εποχή των «σ'νουπαρτών» στο χωριό μας. Ξικουμπίζουν δηλαδή από τον κάμπο στο χειμερινό χωριό.
ξικουτιασμένους (ι)
- Ο ξεμωραμένος, ο αποβλακωμένος
ξιλ'μένους (ι)
- Ο ελεύθερος, ο μη δεμένος
ξιλ'τός (ι)
- Ο ελεύθερος, ο μη δεμένος
ξιλαγιάζου
- Τρέπω τις κότες ή τα πουλιά σε φυγή (γενικά τα ζώα)
- Ανοίγω λάκκο γύρω από τον κορμό του δένδρου, για να διευκολύνω την απορρόφηση του νερού
ξιλαχταρίζου
-
Βλέπω μετά από καιρό αγαπημένα πρόσωπα, μου φεύγει η λαχτάρα που είχα να τα δω
- -Ξιλαχτάρσα κουμμάκ' τα μουρέλια μ'
ξιλιγμένους (ι)
-
Εξελιγμένος, μοντέρνος
- -Για κοίταξι μπε κόσμι τσι γι Γιάνν'ς, του ζο, γίντσι ξιλιγμένους. Ε θ'μάτι που ίσαμ προυχτές έτρουγι ούλου κ'τσιά, τσι τα ρούχα τ' ήντου χιλιουμπαλουμένα
ξιλιζγώνου
-
Δουλεύω τη γης με το λιζγάρι (γεωργικό εργαλείο), αφαιρώ από τη ρίζα παρασιτικά φυτά
- - Ξιλιζγώναμι ένα πιρβουλέλ' μι του πιθιρό μ'
ξιλουχιάζου
- Βγάζω φλόγες (για τζάκια, φωτιά)
ξιλώ
- Λύνω, ελευθερώνω κάποιον
- Ξεμυτίζω = ξεπροβάλλω, εμφανίζομαι
ξιμαμλίζου
-
Έχω κάτι στο στόμα και το μασώ
- -Η γριά ξιμάμλιζι του λουκούμ'!
- Κόβω (βγάζω) με το μαχαίρι το μέρος του ξηρού φλοιού του κουκιού απ' το οποίο θα ξεπετάξει το φύτρο: μοιάζει με μάτι, από όπου και η ονομασία
ξιμιρδίζου
-
Κατασπαράσσω, ξεσκίζω
- -Άμα σι πιάσου, α σι ξιμιρδίσου βρε κιαρατά
ξιμισιάζουμι
-
Καταπονώ τη μέση μου, κουράζομαι υπερβολικά
- -Ξιμισιάσκα! = π.χ. μου «βγήκε» η μέση από κάποιο βάρος που σήκωσα.
ξιμουραίνουμι
-
Χάνω τα λογικά μου
- -Έ γκη βλέπ'ς, ξιμουράθτσι τιμιλί! = έχασε τελείως τα λογικά της
ξιμπλουτό (του)
Δείτε:
- Χαλαρώνω κάτι
-
Λασκάρω
- -Ξιμπουσαγκίζου του ζουνάρι μ'
ξιμπρουβαίρνου
- Ξεπροβάλλω
ξιμπρουστιάζου
- Βάζω κάποιον απέναντι σε άλλον, φέρνω σε αντιπαράσταση, εκθέτω, φανερώνω ξαφνικά
ξιμυστηρεύγουμι
- Φανερώνω το μυστικό μου, εξομολογούμαι
ξιν'κός
- Από ξένο μέρος