καλιουκάρφ' (του)
- Καρφί
καλκάν' (του)
- Το κατάξερο χωράφι
-
Λυποθυμώ από ζέστη, σκάω, κουράζομαι πολύ
- -Κάλντσι πλιά = κουράστηκε πια
- -Κάλντσι ι γάιδαρους!
καλουγιρ'κό (του)
- Κτήμα που ανήκει σε μοναστήρι, μεγάλο κτήμα στην τοποθεσία «Χαλάντρα»
καλουγρίδια (τα)
- Μικρά εξανθήματα (σπυριά) που έβγαζαν στο κεφάλι τα νεογέννητα.
- Το νήμα - ο σπάγκος του χαρταετού
καλουπ'τζής (ι)
- Αυτός που δουλεύει στο καλούπωμα
καλουπάκους (ι)
- Καλόβολος, καλός
καλουπόξ'λου (του)
- Ξύλο για καλούπωμα
καλούρ (του)
- Αμειψισπορά (δηλαδή η παραμονή του χωραφιού για ένα χρόνο χωρίς καλλιέργεια ή η εναλλαγή καλλιέργειας προκειμένου να βελτιωθεί το χώμα και να αυξηθεί η παραγωγή τον επόμενο χρόνο)
καλουτσιέρ' (του)
- Το καλοκαίρι
- Απατεωνιά, ανειλικρίνεια
- Χαλασμένο, απατηλό καντάρι, ζυγαριά
- μτφ. Άνθρωπος που ξεγελά, που παραπλανεί
καλτσιέβγου
-
Ιππεύω, καβαλικεύω
- - Του μ'λαρ ήντου φουρτουμένου καλά. Γω καταμισί καλίτσιβγα
- Γυναικείο πουκάμισο, είδος μεσοφοριού, εσώρουχο μακρύ
Επίσης ως:
- Καμηλαύκι (το καπέλο των ορθόδοξων κληρικών), το καλυμμαύκι
κάμα (του)
- Ζέστη, καύσωνας
καμαρούδα (η)
- Το μικρό δωμάτιο
καματσιάζου
- Καμακώνω
- Πληρωμή
καμινιά (η)
- Αριθμός κεραμιδιών που ψήνονταν στο καμίνι σε μια «φουρνιά»
καμιντζήδες
- Ιδιοκτήτες ή εργάτες καμινιών
κάμνου
- Κλώθω με αδράχτι
καμός (ι)
-
Ο καημός
- -Καμός τα χάλια μας! (έκφραση παράπονου και πόνου)
καμπ'σιανοί (οι)
- Οι κάτοικοι του κάμπου
- Χοντροκαμωμένο, χοντροκομμένο
- Κολοκύθι
καμπανάρ' (του)
- Μικρό και όψιμο σταφύλι (κρέμεται σαν καμπανίτσα). Ωριμάζει στο τέλος του καλοκαιριού ή και ποτέ.
Επίσης ως:
-
Κοκορεύομαι, επιδεικνύω ότι έχω δύναμη, φέρομαι υπεροπτικά
- -Ντα τσι καμπαρντίζ' έιτουτους;
καμπατζές (ι)
- Ανώτερος από κάποιον άλλο, πιο έξυπνος, πιο ικανός, καπάτσος
- Κλουβί που λειτουργεί ως παγίδα
καμπατζίδ'σα (η)
- Η κοπέλα που δεν έχει ακόμα παντρευτεί
- Δούλος
-
Φρ.: Του κάνου καμπούλ' = το αποδέχομαι, το αποσιωπώ, το πνίγω, το σκεπάζω, το χωνεύω
- -Μας έφιρι τουν ανιπρόκουπου πα στου τσιφάλ' μας τσι μεις του κάναμι καμπούλ'
καμτζόρα (η)
- Εσώρουχο (ανδρική φανέλα)
- Το μαστίγιο με το οποίο χτυπούν τα ζώα για να προχωρήσουν
Επίσης ως:
καμτσιά (η)
- Ράπισμα με «καμτσί» (βλ. λ.)
καμώσ'τσι
- Καμώθηκε, προσποιήθηκε
κάνα
-
Περίπου
- -Θέλου κάνα δυό, όχ' πουλλά.
- Παραθυρόφυλλο ή φύλλο ντουλαπιού
- Μικρή κανάτα
Επίσης ως:
- Χαϊδολογώ, περιποιούμαι
κάνου
-
Κάνω, προσποιούμαι κ.τ.λ.
- -Κάνου σπικ'κό = Παντρεύομαι, κάνω οικογένεια (πρέπ' να ποίσ' σπικ'κό τσι φαμίλια πλιά)
- -Κάνου πως ε βλέπου!= προσποιούμαι πως δεν βλέπω
- -Τάκανι σα τ' αυκιά τ'= τα χάλασε, τα έκανε θάλασσα.
- -Τάκανι ούλα απάνου τ'ς= της τα έδωσε όλα ως προίκα
- -Τάκανι απάνου τ'= φοβήθηκε πολύ ή χέστηκε
κανουν'σμένα
-
Τακτοποιημένα, ρυθμισμένα
- -Ούλα είνι όμουρφα κανουν'σμένα!
- Οι 44 οκάδες του κανταριού (μια κανταριά = 44 οκάδες = 57 κιλά περίπου)
κανταρόσ'κα (τα)
- Β διαλογής σύκα (Η σειρά των σύκων κατά ποιότητα είναι: Διαλεχτά ή Μπιγιάν' = Α κατηγορίας, Κανταρόσ'κα = Β κατηγορίας και Απόσ'κα = τελευταίας κατηγορίας)
- Αυτός που κατασκευάζει καντάρια
καντέμ (του)
- Συνήθεια
-
Γούρι
- -Έκανις του καντέμ!
- -Καντέμ τόχουμι!
- Πρόσωπο αφερέγγυο, πονηρό, που προσπαθεί να σε ξεγελάσει